Στον Κόσμο της
Μπιλιέτο Ν_14
Οι δόσεις
Είχες δεν είχες πάρει δάνειο, εκείνο το καλοκαίρι, θα σκεφτόσουν τις δόσεις. Με δόσεις κτίζαμε εκείνο το ρημάδι το τείχος της ανοσίας, και το γκρεμίζαμε μέσα στο ίδιο καλοκαίρι, με τη γνώση που μόνο οι πρωτομαστόρες του γεφυριού της Άρτας κατείχαν. Δυο δόσεις αν ήθελες να πάρεις το καλό το εμβόλιο, μονοδοσιακό, αν ήσουν πολυάσχολος ή δεν τ'εχες με τον προγραμματισμό ή και τρίτη δόση αναμνηστική αν ήσουν ευπαθής. Αλλά και αρνητής να ήσουν, πάλι ήξερες, το επιτόκιο και τη χασούρα, τις παρενέργειες των δόσεων. Και αν τύχαινε και συναντιόταν ένας εμβολιασμένος και ένας ανεμβολίαστος, οι λέξεις περίσσευαν, και πάλι οι δόσεις ήταν που τους ένωναν: “Το κάνες;” “Πότε θα το κάνεις;” “Και γιατί δεν το κάνεις;”.
Όμως η εμπιστοσύνη στην επιστήμη, για την οποία κοκορευόμασταν όλοι εμείς που βάζαμε τελικά δόσεις για να αγοράσουμε χρόνο ανοσίας, περνούσε πρώτα από μια κρυφή πάλη με τον εαυτό σου. Σα νεόφυτη χρειάστηκε να αποδείξω πολλάκις την πίστη μου στην επιστήμη πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις.
Μόλις άνοιξε η πλατφόρμα Μεγάλη Βδομάδα, μπήκα να κλείσω ραντεβού. Μέτραγα τις βδομάδες μεταξύ των δόσεων, άλλαζα εμβολιαστικά κέντρα, πήρα τηλέφωνο στο κέντρο υγείας Ζαγοράς, το οποίο είχε ηχογραφημένο μήνυμα “εδώ κάνουμε μόνο Αστρα Ζένεκα”. Τι να κάνω, πίεσα τον εαυτό μου να φανώ δυνατή. Έκλεισα Αστρα Ζένεκα, το άλλαξα βέβαια τρεις φορές και στο τέλος έφαγα και ποινή από το σύστημα. Μετά το ακύρωσα γιατί φοβήθηκα άλλα όχι αρκετά, όταν τελικά ήρθε το Φαιζερ, είχε πάει τέλη Ιούνη. Επέστρεψα στη πλατφόρμα αποφασισμένη να νικήσω πρώτα το φόβο μου, μετά τον ιό. Την παραμονή της πρώτης δόσης, ξανακοιτούσα τα μαθηματικά της τρίτης λυκείου για να κατανοήσω την έννοια της μικρής πιθανότητας. Στατιστικά υπήρχε περίπτωση να πάθω κάτι; Με τη λογική θα έπρεπε να τελειώνω, με την ευαισθησία συνέχιζα να κρεμιόμουν από ένα λεπτό κορδόνι αμφιβολίας.
Τη πρώτη δόση θα την έκανα το τελευταίο Σάββατο του Ιουνίου, που ρθε και ο πρώτος καύσωνας του φριχτά πυρακτωμένου καλοκαιριού. Έκαιγαν τα τσιμέντα, ο αέρας πνιχτός, είχαμε πάει να βουτήξουμε σε μια θάλασσα που ήτανε σούπα και εμείς φιδές που επέπλεε. Το ραντεβού ήταν για τις οχτώ το βράδυ στις 4 το απόγευμα ντριν το τηλέφωνο“Ναι, γεια σας, σας τηλεφωνούμε για το εμβόλιο, θα έρθετε τελικά;” Πίσω μου σε έχω σατανά. Κρατήθηκα. Άκουσα τον εαυτό μου να επιβεβαιώνει με ψεύτικη σιγουριά το ραντεβού “βεβαίως, θα είμαι εκεί” και συνέχισα να βουτάω παπάρα στο λάδι της σαλάτας στο ταβερνάκι που είχαμε κάτσει να ξεκουραστούμε από τη θάλασσα και τη ζέστη.
Έφτασα μισή ώρα νωρίτερα στο νοσοκομείο, ήρεμη για την επιλογή μου, σίγουρη για τον εαυτό μου όπως φτάνεις μετά από πολύμηνη προετοιμασία έξω από το σχολείο που γράφεις πανελλήνιες. “Να μας πάρεις τηλέφωνο, όταν τελειώσεις, να μας πεις πως πήγες”, είπε η μάνα μου στο τηλέφωνο, για να επιβεβαιωθεί το ρηθέν υπό του προφήτου ότι όντως θα έδινα εξετάσεις εκείνο το βράδυ.
Κόσμος πολύ εκείνο το απόγευμα συνωστίζονταν μπροστά από κοντέινερ που είχε στηθεί στην αυλή που συνέδεε τις παλιές πτέρυγες του νοσοκομείου με το καινούργιο, μπλε, ρώσικου εξπρεσιονισμού κτίριο. Το κοντέινερ ήταν το εμβολιαστικό κέντρο. Μια νοσοκόμα μπαινόβγαινε και φώναζε επίθετα, τα οποία αντηχούσαν για λίγο μέσα στην αυλή πριν πέσουν πάνω μας. Το δικό μου όμως δεν το φώναζε κανείς και η ώρα περνούσε. Πλησίασα τη βροντόφωνη νοσοκόμα και τη ρώτησα αν υπάρχει άλλο εμβολιαστικό κέντρο. Έπρεπε να ήμουν στο ΙΚΑ και όχι στο νοσοκομείο, είπε αυτή. Από τον Άννα στον Καϊαφα. Και να που είχα ακόμη μια ευκαιρία να μην πάρω τη πρώτη δόση,να το ξανασκεφτώ. Αναρωτιόμουν αν ο καλός θεούλης έστελνε σημάδια να τα διαβάσω και να προστατευτώ ή δοκιμασίες για να μετρήσει την πίστη μου. Εκεί στην αυλή του μπλε νοσοκομείου ακόμη μια φορά ζύγιαζα την αλλαγή. Όπως πάντα η πάλη που χρειάζεται να δώσεις για να αφήσεις αυτούς που ξέρεις και να πας με αυτούς που αγαπάς είναι προσωπική και σιωπηλή.
Αποφασισμένη για ακόμη μια φορά, καβάλα πάνω στην Απρίλια Τουόνο του γενναίου και εμβολιασμένου συντρόφου μου διασχίσαμε το Βόλο και φτάσαμε εννέα παρά στο μεταμοντέρνο, σομόν κτίριο του ΙΚΑ, απέναντι από τα τρένα. Δεν υπήρχε κανένας να περιμένει. Ήμουν η τελευταία. Μπαίνοντας ένας σεκουριτάς και μια νοσοκόμα με τάμπλετ με υποδέχονται. “Η κυρία Κιουρτσόγλου; Σας περιμέναμε”. Ένας αέρας ψηφιακής επανάστασης φυσάει, επιτέλους κάποιος βρήκε το επίθετο μου σε αυτά τα ηλεκτρονικά κιτάπια. Πίσω της ακριβώς ένα ράδιο-σιντί, από τα παλιά, είναι συντονισμένο σε ραδιοφωνικό σταθμό που παίζει μόνο επιτυχίες. Τις ελάχιστες στιγμές που περιμένω επανέρχεται ο φόβος που θρέφεται από την αναμονή και σκιάζεται από την πράξη. Μήπως να φύγω;
“Κυρία Κιουρτσόγλου, καθίστε λίγο, θα σας φωνάξει ο γιατρός”. Και τότε ακριβώς αρχίζει να παίζει στο ραδιόφωνο η Bonnie και το “I need a hero.” Και ενώ φτάνει στο ρεφρέν αρχίζω να τραγουδάω και ψιλοκουνιέμαι στο ρυθμό “I'm holding out for a hero 'til the end of the night. He's gotta be strong and he's gotta be fast..... And he's gotta be fresh from the fight.” Χορεύω μέσα στο ΙΚΑ, περιμένοντας να εμβολιαστώ. Χορεύω. Συνειδητοποιώ τον ηρωικό χαρακτήρα της πράξης μου, και του χορού και του εμβολιασμού.
Με φωνάζει ο γιατρός με ρωτάει αν έχω αλλεργίες, αν παίρνω φάρμακα, τι δουλειά κάνω και γιατί άργησα, μήπως το είχα μετανιώσει, αν είμαι δεξιόχειρας. Η νοσοκόμα σηκώνει το μανίκι μου από το αριστερό μου χέρι, απαιτεί να μην σφίγγομαι και μου καρφώνει ατσούμπαλα την ένεση.
Και πριν προλάβω να πονέσω έχω γίνει μια ηρωίδα, έχω πάρει τη πρώτη μου δόση.