N_14: Οι δόσεις

Στον Κόσμο της

Μπιλιέτο Ν_14

Οι δόσεις


Είχες δεν είχες πάρει δάνειο, εκείνο το καλοκαίρι, θα σκεφτόσουν τις δόσεις. Με δόσεις κτίζαμε εκείνο το ρημάδι το τείχος της ανοσίας, και το γκρεμίζαμε μέσα στο ίδιο καλοκαίρι, με τη γνώση που μόνο οι πρωτομαστόρες του γεφυριού της Άρτας κατείχαν. Δυο δόσεις αν ήθελες να πάρεις το καλό το εμβόλιο, μονοδοσιακό, αν ήσουν πολυάσχολος ή δεν τ'εχες με τον προγραμματισμό ή και τρίτη δόση αναμνηστική αν ήσουν ευπαθής. Αλλά και αρνητής να ήσουν, πάλι ήξερες, το επιτόκιο και τη χασούρα, τις παρενέργειες των δόσεων. Και αν τύχαινε και συναντιόταν ένας εμβολιασμένος και ένας ανεμβολίαστος, οι λέξεις περίσσευαν, και πάλι οι δόσεις ήταν που τους ένωναν: “Το κάνες;” “Πότε θα το κάνεις;” “Και γιατί δεν το κάνεις;”.

Όμως η εμπιστοσύνη στην επιστήμη, για την οποία κοκορευόμασταν όλοι εμείς που βάζαμε τελικά δόσεις για να αγοράσουμε χρόνο ανοσίας, περνούσε πρώτα από μια κρυφή πάλη με τον εαυτό σου. Σα νεόφυτη χρειάστηκε να αποδείξω πολλάκις την πίστη μου στην επιστήμη πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις.

Μόλις άνοιξε η πλατφόρμα Μεγάλη Βδομάδα, μπήκα να κλείσω ραντεβού. Μέτραγα τις βδομάδες μεταξύ των δόσεων, άλλαζα εμβολιαστικά κέντρα, πήρα τηλέφωνο στο κέντρο υγείας Ζαγοράς, το οποίο είχε ηχογραφημένο μήνυμα “εδώ κάνουμε μόνο Αστρα Ζένεκα”. Τι να κάνω, πίεσα τον εαυτό μου να φανώ δυνατή. Έκλεισα Αστρα Ζένεκα, το άλλαξα βέβαια τρεις φορές και στο τέλος έφαγα και ποινή από το σύστημα. Μετά το ακύρωσα γιατί φοβήθηκα άλλα όχι αρκετά, όταν τελικά ήρθε το Φαιζερ, είχε πάει τέλη Ιούνη. Επέστρεψα στη πλατφόρμα αποφασισμένη να νικήσω πρώτα το φόβο μου, μετά τον ιό. Την παραμονή της πρώτης δόσης, ξανακοιτούσα τα μαθηματικά της τρίτης λυκείου για να κατανοήσω την έννοια της μικρής πιθανότητας. Στατιστικά υπήρχε περίπτωση να πάθω κάτι; Με τη λογική θα έπρεπε να τελειώνω, με την ευαισθησία συνέχιζα να κρεμιόμουν από ένα λεπτό κορδόνι αμφιβολίας.

Τη πρώτη δόση θα την έκανα το τελευταίο Σάββατο του Ιουνίου, που ρθε και ο πρώτος καύσωνας του φριχτά πυρακτωμένου καλοκαιριού. Έκαιγαν τα τσιμέντα, ο αέρας πνιχτός, είχαμε πάει να βουτήξουμε σε μια θάλασσα που ήτανε σούπα και εμείς φιδές που επέπλεε. Το ραντεβού ήταν για τις οχτώ το βράδυ στις 4 το απόγευμα ντριν το τηλέφωνο“Ναι, γεια σας, σας τηλεφωνούμε για το εμβόλιο, θα έρθετε τελικά;” Πίσω μου σε έχω σατανά. Κρατήθηκα. Άκουσα τον εαυτό μου να επιβεβαιώνει με ψεύτικη σιγουριά το ραντεβού “βεβαίως, θα είμαι εκεί” και συνέχισα να βουτάω παπάρα στο λάδι της σαλάτας στο ταβερνάκι που είχαμε κάτσει να ξεκουραστούμε από τη θάλασσα και τη ζέστη.

Έφτασα μισή ώρα νωρίτερα στο νοσοκομείο, ήρεμη για την επιλογή μου, σίγουρη για τον εαυτό μου όπως φτάνεις μετά από πολύμηνη προετοιμασία έξω από το σχολείο που γράφεις πανελλήνιες. “Να μας πάρεις τηλέφωνο, όταν τελειώσεις, να μας πεις πως πήγες”, είπε η μάνα μου στο τηλέφωνο, για να επιβεβαιωθεί το ρηθέν υπό του προφήτου ότι όντως θα έδινα εξετάσεις εκείνο το βράδυ.

Κόσμος πολύ εκείνο το απόγευμα συνωστίζονταν μπροστά από κοντέινερ που είχε στηθεί στην αυλή που συνέδεε τις παλιές πτέρυγες του νοσοκομείου με το καινούργιο, μπλε, ρώσικου εξπρεσιονισμού κτίριο. Το κοντέινερ ήταν το εμβολιαστικό κέντρο. Μια νοσοκόμα μπαινόβγαινε και φώναζε επίθετα, τα οποία αντηχούσαν για λίγο μέσα στην αυλή πριν πέσουν πάνω μας. Το δικό μου όμως δεν το φώναζε κανείς και η ώρα περνούσε. Πλησίασα τη βροντόφωνη νοσοκόμα και τη ρώτησα αν υπάρχει άλλο εμβολιαστικό κέντρο. Έπρεπε να ήμουν στο ΙΚΑ και όχι στο νοσοκομείο, είπε αυτή. Από τον Άννα στον Καϊαφα. Και να που είχα ακόμη μια ευκαιρία να μην πάρω τη πρώτη δόση,να το ξανασκεφτώ. Αναρωτιόμουν αν ο καλός θεούλης έστελνε σημάδια να τα διαβάσω και να προστατευτώ ή δοκιμασίες για να μετρήσει την πίστη μου. Εκεί στην αυλή του μπλε νοσοκομείου ακόμη μια φορά ζύγιαζα την αλλαγή. Όπως πάντα η πάλη που χρειάζεται να δώσεις για να αφήσεις αυτούς που ξέρεις και να πας με αυτούς που αγαπάς είναι προσωπική και σιωπηλή.

Αποφασισμένη για ακόμη μια φορά, καβάλα πάνω στην Απρίλια Τουόνο του γενναίου και εμβολιασμένου συντρόφου μου διασχίσαμε το Βόλο και φτάσαμε εννέα παρά στο μεταμοντέρνο, σομόν κτίριο του ΙΚΑ, απέναντι από τα τρένα. Δεν υπήρχε κανένας να περιμένει. Ήμουν η τελευταία. Μπαίνοντας ένας σεκουριτάς και μια νοσοκόμα με τάμπλετ με υποδέχονται. “Η κυρία Κιουρτσόγλου; Σας περιμέναμε”. Ένας αέρας ψηφιακής επανάστασης φυσάει, επιτέλους κάποιος βρήκε το επίθετο μου σε αυτά τα ηλεκτρονικά κιτάπια. Πίσω της ακριβώς ένα ράδιο-σιντί, από τα παλιά, είναι συντονισμένο σε ραδιοφωνικό σταθμό που παίζει μόνο επιτυχίες. Τις ελάχιστες στιγμές που περιμένω επανέρχεται ο φόβος που θρέφεται από την αναμονή και σκιάζεται από την πράξη. Μήπως να φύγω;

“Κυρία Κιουρτσόγλου, καθίστε λίγο, θα σας φωνάξει ο γιατρός”. Και τότε ακριβώς αρχίζει να παίζει στο ραδιόφωνο η Bonnie και το “I need a hero.” Και ενώ φτάνει στο ρεφρέν αρχίζω να τραγουδάω και ψιλοκουνιέμαι στο ρυθμό “I'm holding out for a hero 'til the end of the night. He's gotta be strong and he's gotta be fast..... And he's gotta be fresh from the fight.” Χορεύω μέσα στο ΙΚΑ, περιμένοντας να εμβολιαστώ. Χορεύω. Συνειδητοποιώ τον ηρωικό χαρακτήρα της πράξης μου, και του χορού και του εμβολιασμού.

Με φωνάζει ο γιατρός με ρωτάει αν έχω αλλεργίες, αν παίρνω φάρμακα, τι δουλειά κάνω και γιατί άργησα, μήπως το είχα μετανιώσει, αν είμαι δεξιόχειρας. Η νοσοκόμα σηκώνει το μανίκι μου από το αριστερό μου χέρι, απαιτεί να μην σφίγγομαι και μου καρφώνει ατσούμπαλα την ένεση.

Και πριν προλάβω να πονέσω έχω γίνει μια ηρωίδα, έχω πάρει τη πρώτη μου δόση.



N_13: Αγρύπνια

Στον Κόσμο της

Μπιλιέτο Ν_13

Αγρύπνια

Ένα φάντασμα πλανιόταν πάνω από την Ευρώπη: αγρύπνια. Πολλοί δεν κοιμόταν καλά, εδώ και μήνες. Εγκυμονούσες, που δεν βολευόταν με τίποτα, οι σύντροφοι αυτών, που άκουγαν το φουσκωμένο σώμα να γυρνάει, νέες μανάδες που σηκώνονταν στο παραμικρό κλάμα του νεογνού, φαγανού μωρού, φρεσκογκαυλωμένα ζευγάρια που ρουφούσαν ο ένας τον άλλον όλη τη νύχτα και φωνάζοντας ξυπνούσαν με τη σειρά τους και όσους γείτονες κοιμόντουσαν. Και μετά υπήρχαμε κι όλοι εμείς. Που γυρνούσαμε στα σεντόνια επειδή γεννούσαμε μονάχα σκέψεις. Όλοι άυπνοι. Εκτός, βέβαια, από τον κορωνοϊό, που φαίνεται ότι κοιμήθηκε στις 5 Μαΐου για να ξυπνήσει μόλις ξαναπιάσουν τα κρύα και φύγουν οι τουρίστες.

Πήρα σβάρνα τα φαρμακεία. “Έχετε κάτι για τον ύπνο;” ρωτούσα κοιτώντας με αγωνία τις μασκοφορεμένες υπαλλήλους. “Βεβαίως. Μήπως, όμως, είστε αγχωμένη;”, μου απαντούσαν και άνοιγαν παραπάνω το λάκκο της υπαρξιακής μου αγωνίας. Τις πρόσεχα τότε παραπάνω και μου φαινόταν ότι κοιμόντουσαν περισσότερο από μένα. Ο ξένος πάντα το έχει καλύτερο αυτό που εσένα σου λείπει, πώς να το κάνουμε. Επιδόθηκα χωρίς φειδώ στην κατανάλωση μελατονίνης, βαλεριάνας, φυτό-ιαμάτων του Μπάχ, δοκίμασα όλους τους συνδυασμούς τίλιου, χαμομηλιού, γάλατος ζεστού και κρύου με αγιουβερδικά μπαχάρια, τα πόδια στον τοίχο για να κατεβαίνει η πίεση, διάβασμα αστυνομικού μυθιστορήματος, βελονισμό. Μετά ανακάλυψα την ύπνωση. Και αν δεν είχα ακούσει εκείνη τη βαθιά φωνή του υπνοθεραπευτή να με προτρέπει να οραματιστώ πράσινα λιβάδια, με απαλό χορτάρι, στο οποίο να περπατάω ξυπόλητη και θάλασσες με βότσαλα, πάνω στα οποία έσκαγε το κύμα. Μια γιατρός με λυπήθηκε και μου μίλησε για τις ευεργετικές ιδιότητες του τσαγιού από κάνναβη και έτρεξα στα πιστοποιημένα μαγαζιά όλο ελπίδα. Τα παιδιά με τα τατουάζ μου πούλησαν μέχρι και γλειφιτζούρια με το θαυματουργό χορτάρι. “Είναι εθιστικό;” τους ρώτησα όλο αγωνία, εμένα που ο πατέρας μου με φοβέριζε στα δεκάξι ότι επιτήδειοι θα μου ρίξουν ναρκωτικά στο ποτό και θα με αποπλανήσουν. Τι φοβόμουν περισσότερο; Να αφεθώ στη αποπλάνηση ή που φρουρούσα το κάστρο του μυαλού μου ολονυχτίς;

Έφτανε έξι το πρωί, ξημέρωνε, άκουγα τους γλάρους και μόνο τότε με έπιανε ο ύπνος. Σαν να μου φτάναν τα κρωξίματα εκείνων των πουλιών για να μου θυμίσουν ότι η μέρα ξανάρχιζε πάλι από την αρχή, όπως πάντα. Αυτό με ηρεμούσε και γλαροκοιμόμουν.

Μέχρι που σήμερα, με το μάτι σακούλα και το κεφάλι πεπόνι από τη βραδινή περιπολία, κατέβηκα να πιω καφέ στη παραλία. Δίπλα μου, δυο άντρες στη σύνταξη ρουφούσαν από έναν ελληνικό.

“Σε είδαμε, μάζεψες τα ρεμέτζα. Για πού το βαλες, καπετάνιε;”, πειράζανε τον ψηλό άντρα, που φτανε εκείνη την ώρα στη παρέα τους.

“Κοροϊδεύετε, εσείς, αλλά εγώ βγαίνω στη θάλασσα, δεν κάθομαι να περιμένω πότε θα κάνει καλοκαίρι. Μια μέρα στο Τρίκερι, μια στη Σκιάθο και δυο στον Αγνώντα. Λάδι η θάλασσα και από κόσμο ούτε για δείγμα. Πήρα και ένα τονάκι πέντε κιλά, εκεί στα Μάρμαρα, καθώς γυρνούσα,” ανταπέδωσε με μια ανάσα ο θαλασσόλυκος.

“Ρε μπαγάσα, εσύ κάνεις την καλύτερη δουλειά,” τον σιγοντάρισαν οι συνταξιουχοι και ο καπετάνιος άλλο που δεν ήθελε.

“Και θα κάνω και ένα μεγάλο ταξίδι. Πώς με αρέσουν τα Δωδεκάνησα, καλύτερα από τις Κυκλάδες, που'ναι όλο αέρα και κόσμο. Εκεί κατεβαίνεις στη θάλασσα, ανοιχτά, χωρίς μηχανή, συνέχεια με πανιά. Να σε πάω στους Φούρνους, στους Αρκιούς και μετά στην Ικαρία. Στον Άγιο Κήρυκο. Εκεί που δεν μετράνε την ώρα και δεν τους νοιάζει τίποτα. Στον κόσμο τους. Μετά να σε πάρω να σε πάω εκεί που μ'αρέσει, τι νησί και αυτό. Στη Λέρο, την αρχόντισσα. Και μετά μεταξύ από την Κέρο και την Κίμωλο, να δέσω αρόδο. Δυο βδομάδες θέλω να σε γυρίσω να δεις τι θα πει να καυλώνεις με το ωραίο γύρω σου.”

Είχα κλείσει τα μάτια και ταξίδευα.

Στη θάλασσα. Βγήκα και στη στεριά. Περπάτησα ώρα πολλή, περπάτησα κάτω από τον ήλιο Κοιτούσα τα ρούχα, τα μαγαζιά, τα καφέ, τον κόσμο. Έπεσα πάνω στην συγκέντρωση στη πλατεία Ελευθερίας για το εργασιακό, “κάτω τα χέρια από το ο-χτά-ωρο”, ακουγόταν ρυθμικά και τρόμαζαν τα πουλιά που μαζεύονταν πάνω στα δέντρα του δικαστικού μεγάρου. Τα πουλιά τρόμαζαν, όχι τα αφεντικά. Άφησα την πλατεία πίσω μου και κατέβηκα προς την αγορά, όταν για να ξαποστάσω τραβήχτηκα στη σκιά που φτιάχνε η είσοδος ενός νυχάδικου. Σαν να έφτασα στη νησί της Καλυψούς, μαγεύτηκα από τα μπουκαλάκια με το χρώμα, τις λίμες που πηγαινοερχόταν με μαεστρία σε δάχτυλα ποδιών και χεριών, τα ψαλίδια που βγαζαν τα πετσάκια, σαν τρίαινες που τσιμπούσαν ψάρια στα ρηχά. Τόλμησα να μπω και να ρωτήσω.

“Α πριν τις αρχές Ιουλίου, δεν έχω τίποτα ελεύθερο”, μου είπε η νεαρή ρεσεπτιονιστ.

Γούρλωσα τα μάτια από περιέργεια. Ήταν ακόμη Ιούνης.

“Τι κάνουμε, έχουν πλακώσει όλοι οι γάμοι και τα βαφτίσια που δεν γινόντουσαν τόσο καιρό,” συνέχισε η δεσποινίς για να μου δικαιολογηθεί.

“Αλλά, μισό λεπτό, μπορώ να σας βάλω εδώ, τώρα στα καπάκια.”

Μπήκα σφήνα ανάμεσα σε δυο ραντεβού.

Η πανέμορφη κοπέλα με πήρε απαλά ανάμεσα στα χέρια της και άρχισε να με τρίβει, να με καθαρίζει, να μου περνάει το βερνίκι. Μου χωνε κάθε τόσο τα χέρια μια στο μπολ με το ζεστό το νερό και μια στο φούρνο με τις υπέρυθρες.

Έκλεισα τα μάτια και ένιωσα σα καΐκι, που μετά από τόσο καιρό στη στεριά, το ετοίμαζαν, το τρίβαν και του περνούσαν το φαρμάκι, έτοιμο να το ρίξουν στη θάλασσα για να ταξιδέψει.

Και τότε έπιασε φουρτούνα και δυο νύχτες ολόκληρες το καΐκι θαλασσοδέρνονταν. Αέρηδες, βροχή, έχασα τα σκοινιά μου και το πανί μου τρύπησε. Εξαθλιωμένη φτάνω στην ακτή της Λίμπιντο. Βγαίνω στη στεριά και καταφεύγω σε ένα δάσος με οξιές, όπου κοιμάμαι βαθιά κρυμμένη στους θάμνους.

Και τότε ξυπνάω.

Το κρουασάν αφάγωτο, ο καφές κρύος, οι ιστιοπλόοι άφαντοι και το τραπέζι τους καθαρό.

Μπροστά μου, ένας παίδαρος δυο μέτρα, παρκάρει μια Aprilia Tuono.

Και τότε καταλαβαίνω πόσο σωστά τα λεγε ο καπετάνιος.

Για να κοιμηθώ, έπρεπε να ξαναμάθω να ονειρεύομαι.

Και στα όνειρα είχε βροντές, αλλά κυρίως ταξίδι.

N_12 : Η Θύελλα (Αποκριάτικο)

Ημερολόγια Πανδημίας

Στον Κόσμο της

Μπιλιέτο Ν_12

Η Θύελλα (Αποκριάτικο)



Περνούσαν οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια

και έτσι περνούσαμε και εμείς από το ένα λοκντάουν στ'άλλο.

Όπως τον έρωτα τον κακό περνάγαμε με άλλον έρωτα πιο απαλό

ψάχνοντας τη λεφτεριά από εκείνον που δεν ευόδωσε πολύ,

στον άλλον που του μοιάζε έστω και στη φωνή

και ας ήταν που ταν αλλιώτικος στο όνομα και στη χάρη

αλλά τι να το κάνεις και πάλι που τούτον σου τον θύμιζε τον πρώτο, τον χαμένο,

αφού δεν ήταν αυτός που ταν γραμμένο από της μοναξιάς το πόνο να σε σώσει.

Κανένα λοκντάουν δεν σε γιάτρευε, αν την ιχνηλάτηση τη σωστή, να μάθεις τι, πού, πώς γιατί,

την άφηνες στα συρτάρια

Κανένας αγαπητικός δεν σε γλύτωνε, αν τα συρτάρια σου άφηνες κλειστά

χωρίς να τα ανοίξεις, να καταλάβεις, να στοχαστείς

πως η αγάπη η λάθος η αποκλειστική, της προβολής παιδί, είναι αγάπη για κάποιο φάντασμα και διόλου για τον άλλον.


Μας έκλειναν μας άνοιγαν και όλο συνέχεια ψάχνανε να μας επροστατεύσουν

από το κακό και απ'το χτικιό, από τον έρωτα ετούτον, που όλο τον απαγόρευαν και όλο αυτός δυνάμωνε.

Και είχαμε τώρα και υπουργείο σωστό μετά από τόσο κόπο

Της Προστασίας της Ερωτικής του δόλιου του Πολίτη:

Όταν ήμασταν πολλοί οι ερωτοχτυπημένοι, μας έβαζε να βγαίνουμε μονάχα δυο χιλιόμετρα γύρω από το σπίτι,

μην τύχει και ο κολλήσουμε ο ένας για τον άλλον

τη λύπη, τη ματαίωση, του διόλου αυτού έρωτα

Αν ήμασταν πάλι πολλοί που το'χαμε κολλήσει,

η πόλη βαφόταν βαθιά κοκκινωπή,

και παπαρούνες θύμιζε που αντάλλασσαν κάποτε οι αγαπημένοι.


Και τεστ εκάναμε πολλά, ρουθούνι δεν έμεινε κλειστό σε όλα ξυλάκι μπήκε

αρνητικό, αρνητικό και πάλι αρνητικό

μα έτσι το έπρεπε το εθιμικό

όταν η μάσκα έφευγε, όταν με κόσμο που δεν ήξερες ερχόσουν πλάι πλάι.

Μα όσοι ήταν τυπικοί, πάντοτες ήταν.

Και τα αποτελέσματα περίμεναν με τρόμο και αγωνία

όπως και με τα λάθη των παθών των μακρινών

τα τεστ εκείνα που δείχναν, μέσα από το κατούρι, πως ευτυχώς δεν εχάρισες τον σπόρο σου τον μονάκριβο

σε πουλί αποδημητικό, που φεύγε σε άλλη χώρα.


Και μέσα σε όλον τον έρωτα, μαθηματικά εκάναμε και πάλι, σαν το σχολείο,

λες και εξετάσεις δίναμε.

Για δες.

Άνοιγες τηλεόραση, μάθαινες πως όλα ήταν αριθμοί, σαν του Πυθαγόρα:

οι ΜΕΘ, τα κρούσματα, ο χρόνος που μας μένει.

Έκλεινες το κουτί

άνοιγες το χαρτί,

εφημερίδα που χες πρωτύτερα απολυμάνει:

Αν ήταν από Δεξιά, μάθαινες μονάχα αριθμούς απόλυτους, χωρίς το δείγμα το σωστό,

πού, ποιος και πότε ελέγχθηκε

Αν ήταν από Αριστερά, ξανάκανες τις πράξεις, αφού ο αγώνας ο ταξικός ήταν πιο πάνω και από την καμπύλη που πρεπε να ισιώσει.

Μπαϊλντισμένη έπεφτες στα δίχτυα

τα κοινωνικά

να μάθεις

πως τα μαθηματικά μονάχα τελικά για σένα και για μένα πιάνανε,

και όχι για εκείνους που είχαν θώκο ή θέση υψηλή σε τούτη εδώ τη χώρα.


Και έτσι, για αυτό, εξεκίνησα, και δήλωσα αντάρτισσα

Δεν βγήκα στο βουνό,

δεν βγήκα σε πορείες,

και ας ήταν οι νόμοι πολλοί που περναγαν κρυφά, μέσα στη νύχτα, στη βουλή,

πανεπιστήμια, αιολικά, μουσεία, 200 χρόνια σκλαβιά και φυλακή

εγώ πήρα τα μέτρα μου και βγήκα στο κουρμπέτι

να ζήσω

μέσα στα όρια,

όσα μπορούσα και ένιωθα ότι με έπαιρνε να ζήσω.

Βαρέθηκα τη γκρίνια, βαρέθηκα και όσους έπρεπε συνέχεια να παρηγορώ

και πια δεν άντεχα να ακούω τον καημό, πως κάποτε όλα θα άλλαζαν,

σε δυο, σε τρεις μήνες;

και τότε θα ερχόταν ο έρωτας, τότε και η πρώτη δόση της Άστρα ή της Φάιζερ.

Και πλέον σε σπίτια πήγαινα,

και έτρωγα, και γελούσα, και έκλανα

αλλά τα φώτα κλείναμε

όταν ο φάρος του λιμενικού σάρωνε τις κουρτίνες

Και όταν μετά τις δώδεκα το διαλάγαμε

και με τους άλλους πια βγαίναμε,

και σκορπάγαμε σαν τα στραγάλια στο πάτωμα, ένας δεξιά, και η άλλη αριστερά

και χανόμασταν μέσα στους δρόμους τους στενούς,

τους πίσω από τον κόσμο,

και μάθαινα με τ'όνομα και χαιρέταγα όλους τους ντελιβεράδες

εμείς μονάχα ήμασταν έξω αυτή την ώρα.


Και ήρθε και η ώρα εκείνη και έπιασα στο χέρι σπρέι δανεικό

να γράψω πάνω σε δρόμο, σε κάδο, στο ντουβάρι ξένο

συνθήματα κόκκινα για αυτά που με πιέζανε,

για αυτά που λόγια πια δεν είχα

Άνοιξη ρε Κουφάλες

και

Μένω Πάντα έξω

Και λες και το καταλάβαινα, το μύριζαν,

της ελευθερίας, τ'άρωμα

και με σταμάταγαν συνέχεια αστυνόμοι.

Τι κάνεις εδώ;

Και που ήσουν τέτοια ώρα;

Γιατί τη μάσκα έχεις χαμηλά;

Και όλο ιστορίες έλεγα, δεν κρατιόμουν, όσο πιο τρέλες

τόσο πιο πιστευτές.

Πηγαίνω να πάρω φάρμακα,

πηγαίνω να βγάλω αντικλείδι

πηγαίνω να κάνω μέτρηση, αποτύπωση, αποκατάσταση, έχω χαρτί Εργάνη

Μένω στην Κριθάρια, στη Μακρινίτσα, στην Άλλη Μεριά, στου διαόλου τη μάνα

και κατεβαίνω να αγοράσω γάλα καρύδας για το παιδί

γιατί σε όλα τα άλλα τα γάλατα βγάζει σπυρί.


Και όταν πολύ δυσκόλευαν τα πράματα,

όταν επίπληξη εμάζευα από τ'όργανα,

έτρεμα ολόκληρη, φοβόμουν, αλλά δεν μαρτύραγα

το ρίσκο πάντα άξιζε.

Τον εαυτό μου όριζα, χωρίς τον άλλο

να φοβίζω, ούτε και να προδίδω

Τον επροστατεύα.

Πάντα.

Αλλά δεν μπέρδευα τώρα πια τη βέργα

που δέρνε

με ότι ήταν καλό για τον διπλανό, τον ευαίσθητο, τον αγαπητικό, τη μάνα, τον πατέρα.

Και πάλι στα τεστ ξανάπεφτα, για να μουν σίγουρη, πως δεν θα τους εκόλλαγα τίποτα

επαναστατικό.


Και έτσι,με αυτά και τ΄αλλα

Αντάρτισσα

με βάφτισε φίλος στο τηλέφωνο

που γνώριζε από ιστορία και αντίσταση.

Θύελλα, η θρυλική, του ΕΑΜ καμάρι.

Αντάρτισσα της Φακής, του απάντησα.

Δεν κάνω και κάτι φοβερό

μονάχα τον κόσμο γύρω μου μαζεύω, ξεδιαλέγω

όπως τις φακές μια μια τις καθαρίζω, τις πέτρες βγάζω στην άκρη στο ταψί,

στο τέλος κρατάω ότι μονάχα δύναμη και ελευθερία

με γιομώνει.













N_11: Τα ένσημα

Στον Κόσμο της

Μπιλιέτο Ν_11

Τα Ένσημα

Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει, μα κι αν κάνει πως κακιώνει, μες στο χιόνι θα μας χώσει. Σε μια προσπάθεια να ξεκολλήσω το ρολόι το σταματημένο εδώ και ένα χρόνο στον ατελείωτο χειμώνα της καραντίνας —κλειδώνω, ξεκλειδώνω εμένα βρίσκω μέσα— ξεκίνησα τα χειμερινά μπάνια. Έπεσα στη θάλασσα, ανήμερα Πρωτοχρονιά, για να κυλίσει η χρονιά νερό, όπως το θελε η συχωρεμένη η γιαγιά που με βαζε και ριχνα κανάτες νερό με το πόδι, κάθε πότε λογάριαζε αυτή για νέα αρχή. Εκ τότε έπεφτα όσο μου το επέτρεπε ο καιρός αλλά με το γινάτι ερωτευμένης, σε κάθε ευκαιρία και μερικές φορές, όπως του πρέπει του έρωτα, χωρίς να λογαριάζω τους κινδύνους που τους ήξερα όλους. Τον αέρα πρώτα πρώτα, που όταν τον είχα κόντρα να με τραβάει κατά μέσα, τα δυνατά μου χέρια δεν φτάναν να με βγάλουν κοτζαμάν γυναίκα έξω. Τον ήλιο μετά, που δεν τον προλάβαινα και πεφτε νωρίς και σαν έβγαινα έξω τουρτούριζα από το κρύο μέχρι να σκουπιστώ και να ντυθώ. Και τέλος, την ερημιά, σαν τύχαινε να πέσω στο νερό χωρίς κανέναν γύρω μου, που με πιάνε μια τρέλα και ήθελα να κάτσω κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο μέσα στο νερό, σαν άκουγα σειρήνες από τα βαθιά που με φωνάζανε και όταν έπαιρνα χαμπάρι ότι θα πήγαινα στο πάτο όπως τα συντρόφια του Οδυσσέα και κανείς δεν θα με ψαχνε, άρχιζα το ύπτιο μπας και πατήσω στεριά.

Καθόμουν λοιπόν και συλλογιόμουν γιατί είχα πέσει με τα μούτρα στα θαλάσσια μπάνια, εγώ κορίτσι γαϊτανόφρυδο από τα υψίπεδα της δυτικής Μακεδονίας. Όπως και με τον έρωτα, δεν ήταν η μεγάλη ομορφιά που με τραβούσε, η γραμμή του ορίζοντα ή τα χρώματα από τα κύματα, αυτά που βλεπα, δηλαδή. Πάντα σε μια κουβέντα κρεμόντουσαν όλα, στο πώς το πρόσωπο του αλλουνού θύμιζε το δικό μου. Έτσι και με τα μπάνια, όταν κατάφερνα εν τέλει να μπω στο παγωμένο νερό, ξεχνούσα τη θάλασσα και ένιωθα εμένα, όλο μου το σώμα, σαν να ρχοταν εκεί ξανά και μαζευόντουσαν από την αρχή τα πόδια, τα χέρια, τα μπράτσα, τα δάχτυλα, τα βυζιά και τα μουνιά. Χανόταν όλοι και όλα όταν ήμουν μέσα, ο κορωνοϊός, ο πρωθυπουργός, τα νομοσχέδια, τα λεφτά, τα αιολικά, τα γκομενικά. Όσο βαστούσα να μείνω στο νερό, πέντε, δέκα, βάρια δέκα πέντε λεπτά, ήμουν αυτό που λέμε ελεύθερη, αυτό να μην ορίζεσαι από κανέναν και ανήκεις παντού.

Έτσι σιγά σιγά άρχισα να συχνάζω στους ομίλους χειμερινών κολυμβητών που φτανα με το ποδήλατο και είχα καταλήξει να βουτάω μια στο Νηρέα και μια στο Τρίτων. Απέφευγα όμως να πιάνω κουβέντα με τα μπαρμπάδια, που μαζευόταν και λιαζόντουσαν μετά το μπάνιο. Πήγαινα, έπεφτα, κολυμπούσα, άλλαζα, ντυνόμουν, έφευγα. Γεια σας, γεια σας.

Όμως μια μέρα, αρχές Φλεβάρη, η τύχη τα θελε αλλιώς. Έφτασα, μπήκα σιγά σιγά στο νερό, πρώτα τα πόδια, τα γόνατα μετά, ύστερα η κοιλιά, ρίξε νερό στην καρδιά και τις αμασχάλες, και μετά πέσε ολόκληρη και κολύμπα γρήγορα, χέρια πόδια, μη σταματάς. Όταν πάτησα ξανά στεριά μετά από δέκα λεπτά, σαν να χα ψηλώσει πέντε πόντους και να χα μαζέψει άλλους τόσους. Τριβόμουν με τη πετσέτα για να στεγνώσω, όταν άκουσα από πάνω από το μπαλκόνι τον κύριο, που όσο καταλάβαινα ήταν πρόεδρος του Νηρέα, γιατί την πρωτοχρονιά τον είχα δει ντυμένο Αη-Βασίλη να μοιράζει βασιλόπιτα. “Είδες κορίτσι μου, πόσο καλά σε φτιάχνει η θάλασσα;”, μου λέει, σαν να διάβαζε το μυαλό μου. “Ωραία είναι, ναι”, του απαντάω και εγώ για να τελειώνω όπως όπως. “Εγώ άμα δεν έρθω κάθε μέρα εδώ, δεν με χωράει ο τόπος”, συνεχίζει αυτός. “Μαλώνω όλη μέρα με τη γυναίκα μου, με φταίν όλα. Και δεν το λέω εγώ αυτό, οι γιατροί το λένε. Να σου πω, παλιά, έχει καμιά δεκαριά χρόνια, ερχόταν εδώ και κολυμπούσε ο Μπισακός που χε το ψυχιατρείο. Γιατρέ, τον πειράζαμε, είμαστε τρελοί που ερχόμαστε μέσα στο χειμώνα για μπάνιο; Θάλαττα Ιητηρ Πάντων, μας έλεγε. Και χαζοί να είστε, καλά σας κάνει .” Τον κοιτάω. Για τρελός ωραία τα λέει. “Και δεν χάνετε ούτε ένα μπάνιο, και τώρα με τον κορωνοϊό; τον τσιγκλάω εγώ. “Πως να την αφήσεις, κορίτσι μου; Αγάπη μεγάλη. Την ψάχνεις, τη ζητάς και δεν τη χορταίνεις. Και όλο αφορμές βρίσκεις να ρχεσαι. Εμείς τι νομίζεις το σύλλογο τι τον κάναμε; Μας καεί ο κώλος μας για προεδριλίκια; Ένσημα κολλάμε στην αγάπη μας, κάθε μέρα, μπας και βγάλουμε και τη δεύτερη σύνταξη, την καλή, τη πρώτη μας τη φάγανε τα μνημόνια.” Τον κοιτάω καλά καλά. “Και πόσο χρόνια ένσημα θέλετε ακόμη”, τον ρωτάω όλο ειρωνεία. “Λάθος να το ρωτάς αυτό, και είσαι και ωραίο κορίτσι” και με βάζει στη θέση μου ο πρόεδρος. “Άμα ερωτευτείς δεν θυμάσαι πως ήσουν πριν από την αγάπη. Ο χρόνος μετράει αφότου τη γνωρίσεις και ένσημα κολλάς και ακόμη και αν χαθείτε. Έτσι τα θέλει τα μεροκάματα της η θάλασσα, έτσι στα λέω, άμα θες.” Ρε λες να χει δίκιο ο πρόεδρος;

Στο γυρισμό πάνω στο ποδήλατο, πιάστηκα από τα λόγια του. Μάθαινα πώς είναι να σαι ελεύθερη με τα θαλάσσια μπάνια, αλυσοδενόμουν όμως για πάντα στο να της κολλάω ένσημα αυτής της ελευθερίας, τώρα που την είχα γνωρίσει.




N_10: Το άνοιγμα της Βασίλισσας

Στον Κόσμο της

Μπιλιέτο Ν_10

Το άνοιγμα της Βασίλισσας

Χρονιάρες μέρες δυο ήταν τα κακά που μπορούσαν να σε βρουν εκτός από τους καλικαντζαρέους : να πρέπει να βάλεις μάσκα ενώ φοράς γυαλιά και να κατάγεσαι από το νομό Κοζάνης. Το θόλωμα του γυαλιού αναδύονταν σε μείζον πρόβλημα της καθημερινότητας καθώς κρύωνε ο καιρός, ενώ οι πατέντες πηγαίναν και ερχόντουσαν: “να τα φτύσεις, όπως κάνεις με τη μάσκα για τη θάλασσα”, μου είπε ένας. “Έχω ακούσει ότι αν τα καθαρίσεις με άζαξ για τα τζάμια δεν θαμπώνουν”, μου σφύριξε ο άλλος. Η τελική λύση θα ερχόταν βέβαια από την επιστήμη, “πρέπει να πατήσεις με τα γυαλιά στο σημείο που η μάσκα εφάπτεται πάνω στη μύτη”, μου είπε σίγουρη για τον εαυτό της η άγνωστη κοπέλα στο καφέ που σύχναζα καθώς με είδε να ταλαιπωριέμαι προσπαθώντας να διακρίνω τα κέρματα μέσα στη θολούρα μου. Από την άλλη όμως, το ότι ήμουν Σούρδα1 δεν επιδέχονταν αλλαγή, μήτε και πατέντα. Είχαμε ήδη γίνει γνωστοί. Πέρσι το Φεβρουάριο ήταν δυο-τρεις που πήγαν σε μια έκθεση γούνας στην Ιταλία και το φέραν. Μετά κάτι κρυφά μαζώματα το καλοκαίρι στη Σιάτιστα για το Δεκαπενταύγουστο τ'αυγατίσαν. “Τώρα βρήκαν στη Λυγερή όλο το χωριό θετικό. Γιατί δεν βιαστιόντουσαν και πηγαινορχόταν στα σπίτια επισκέψεις”, η μάνα μου με πήρε στο τηλέφωνο σα πολεμική ανταποκρίτρια μέσα Δεκέμβρη. Και καθώς πλησίαζαν οι γιορτές, ο νομός κοζάνης σήκωνε κάστρα και τείχη. Απαγορεύονταν, λέει, να μπεις. Για να βγεις, κανένας δεν ήξερε. Το τηλέφωνο της Πολιτικής Προστασίας δεν το σήκωναν πότε, ενώ ο πολυμήχανος πατέρας είχε ήδη σκεφτεί να μου στείλει δέμα με το λεωφορείο με κουραμπιέδες και γιαπράκια για να φάμε όλοι μαζί μπροστά στον υπολογιστή, αφού δεν θα πήγαινα.

Και όμως εγώ ήμουν έτοιμη να κινήσω προς την αποκλεισμένη πολιτεία. Λαχταρούσα το γκάζι. Την ταχύτητα με την οποία η ελευθερία σου ανοίγει το δρόμο. Την ισορροπία ότι ορίζεις τις στροφές της ζωής κατά πως τις σκέφτεσαι εσύ. Το ρίσκο να τις πάρεις ανοιχτές ή κλειστές. Την τρέλα να ανοίξεις το παράθυρο, Δεκέμβρη μήνα, και να φωνάξεις στα βουνά πως τα αγαπάς και ας μένουν αυτά μουγκά να σε τηράνε.

Έτσι, ανήμερα Χριστουγέννων καβάλησα νοικιασμένο αμάξι και κίνησα να πάω να φάω την τηγανιά και την κοτόσουπα της μάνας μου. Εκείνο το αυγοκομένο, ξινωπό υγρό που το χε εύκολο μια για τις γιορτές, μια για τις αρρώστιες. Χρονιάρα μέρα και δεν είχε ούτε ένα αμάξι στο δρόμο. Η ομίχλη, που σκέπαζε τον κάμπο της Λάρισας, αερούνταν πάνω από το πράσινο στάρι, που μόλις είχε πάρει να φυτρώνει εδώ και κει. Ανεβαίνοντας προς Τύρναβο, βρήκα τα πρώτα βουνά με χιόνια να με κοιτούν. Είχα αφήσει το πρωί το Βόλο με θάλασσα λάδι και ήλιο τηγάνι. Το αυτοκίνητο ήταν βάρκα και εγώ μέσα καπετάνισσα. Στις ανηφόρες για Κοζάνη, δεξιά και αριστερά από το δρόμο, καλοφροντισμένες μυγδαλιές είχαν τα κορμάκια τους ασβεστωμένα θαλασσιά και τα κλαδιά τους κομμένα κοντά, σα κορίτσια έτοιμα να χορέψουν, που υποκλίνονταν καθώς πέρναγα ανάμεσα τους. Όταν πια διάβηκα τα σύνορα του δήμου Βοΐου, στη Σιάτιστα, άλλα γνώριμα βουνά εμφανίστηκαν στο βάθος. Αυτά που βλεπα κάθε φορά που κοιτούσα από το παράθυρο μου στο χωριό. Όχι κορυφές που βιάζονταν να τρυπούσουν τον ουρανό, σαν και κεινες που συνάντησα στην Ευρώπη. Οι δικές μου κορυφές ήταν χαμηλές, σε σειρά η μια δίπλα στην άλλη, αμετακίνητες, πιασμένες χέρι χέρι ώστε δεν να μην μ'αφήνουν να δω παραπέρα, με προστάτευαν όπως οι αξιωματικοί και οι πύργοι τη Βασίλισσα στο σκάκι.

Στο χωριό όλα ήταν γνώριμα. Ερημιά όπως πάντα. Δεν χρειαζόταν να έρθει ο κορωνοϊός. Δεν κυκλοφορούσε ψυχή, η φάτνη στη πλατεία με τον πλαστικό Χριστούλι, τα πράσινα λαμπάκια να κρέμονται, τα σκυλιά να ψάχνουν για να γαβγίσουν σε κάποιον.

Στο γιορτινό τραπέζι, βάλαμε κρασί και φάγαμε με όρεξη. “Άιντε με έναν Χρήστο του χρόνου”, έφυγε η πρώτη ευχή, η οποία θα γινόταν με μαθηματική ακρίβεια την επομένη “Με το καλό μ΄ έναν Εμμανουήλ”, για να τελειώσουμε στις 27 του μήνα με τις ανδρικές εορτές “και να μας έρθει με έναν Στέφανο του χρόνου”. Κλωθόφερνα μέσα μου την αποστομωτική απάντηση “Έναν - έναν να τους φέρω ή όλους μαζί;”, αλλά μέρα που ήταν δεν ήθελα στεναχώριες και αντα αυτού μπουκώθηκα με τη κοτόσουπα σαν να ήμουν άρρωστη.

Στο τέλος του γεύματος και ενώ υπήρχαν όλες οι συνθήκες για να ξεσπάσει καυγάς, όπως κάθε Χριστούγεννα άλλωστε, η μέρα πήρε άλλη στροφή, όπως ξαφνικά σε ένα σταυροδρόμι επιλέγεις το δρόμο το λιγότερο περπατημένο. Η μάνα έφερε ένα σφυρί στο τραπέζι και άρχισε να χτυπάει μέσα σε ένα κουτάλι τα φάρμακα της για να τα κάνει σκόνη “με πονάει το στομάχι, δεν μπορώ να τα καταπιώ έτσι”, είπε καθώς τη κάρφωνα εγώ με το βλέμμα μου. Χτύπησε τουλάχιστον τέσσερα πέντε λευκά κουμπάκια και μετά πέρασε το σφυρί στον πατέρα, που με τη σειρά του άρχισε το σφυροκόπημα για τα δικά του χάπια. Άρχισα να γελάω και δεν μπορούσα να σταματήσω. Σίγουρα θα έφταιγε και το κρασί που το χα τσούξει λίγο παραπάνω. Σε λίγο γελούσαμε και οι τρεις μας. “Έτσι, τι να κάνουμε, Μαγκαϊβερ, όλο πατέντες είμαστε για να ξεγαλάμε το θάνατο”, γύρισε και μου είπε ο πατέρας, σκουπίζοντας τις μύξες από το γέλια του. Είχε κάποια χρόνια που ο θάνατος εμφανιζόταν πιο συχνά στις κουβέντες του, σαν να ήθελε ο ίδιος να μην ξεχνιέται. Έψαχνε να προλάβει να τελειοποιήσει τη φοβερή του ιδέα να φυτέψει 800 μυγδαλιές, κατάστρωνε επιχειρησιακά σχέδια που τον κρατούσαν ξύπνιο όλη τη νύχτα και ελλείψη εργατών επιστράτευε τη μάνα για το ράντισμα και το ξελάκωμα. Χαιρόταν, ανοιγόταν στη ζωή, καθώς αυτή μίκραινε. Και καθώς είχαμε πέσει με τα μούτρα στους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα, μου πε πως θα μπορούσα να έχω φοβερό μερίδιο από την εκμετάλλευση των αμυγδαλεώνων, ενώ αυτός θα με κοιτά από κει ψηλά. Το σχέδιο της ζωής και πέρα από το θάνατο.

Στο γυρισμό με το αυτοκίνητο περνώντας ξανά μέσα από τα βουνά, άφηνα πίσω μου τους Αξιωματικούς και τους Πύργους και ανοιγόμουν σε αυτό που στους γνώστες του σκάκι, θα φάνταζε καθαρή τρέλα: μια βασίλισσα χωρίς προστασία, αλλά ελεύθερη.






1Σουρδία, επονομασία της Κοζάνης στη τοπική ντοπολαλιά.