N-19: Καθεμιά και η μοίρα της

Στον Κόσμο της

Μπιλιέτο Ν_19

Καθεμιά και η μοίρα της

 

-Ν’ανεβάσω τα ξύλα, να ανάψω τη φωτιά, να κάνω το φαΐ, να πάω ξανά για ξύλα κάτω στο υπόγειο για να μην τα έχω μέσα στο σπίτι και με φάνε οι ψύλλοι σα και πέρσι, περνάει η μέρα και τι κάνω όλη μέρα χαϊδεύω τη σόμπα, πώς θα ζεσταθούμε νομίζεις; Τι σαν εσάς εκεί κάτω θυγατέρα μου, στη πόλη, που γυρνάτε το κουμπί από τ ‘αέριο με τα βαμμένα τα μανικιούρ τα κόκκινα και ζεσταίνεται μοναχό του το σπίτ. Η φωτιά θέλει δουλειά για να μην σβήσει. Ποιος θα τα κάμει αυτά νομίζεις; Η μάνα σου.

-Δεν έχει τέτοια φέτος μάνα, το καλοριφέρ το ανέβουμε μονάχα το βράδυ. Γυρνάμε με τα μπουφάν και τις ρόμπες όλη μέρα μες στο σπίτι. Είναι ακριβό τ ‘αέριο.

-Ηηηη, τι καιροί ήρθαν, θεέ μου….

Όταν έκλεινα το τηλέφωνο στη μάνα μου περίμενα πάντα να έρθει η αποκάλυψη, ο Αρμαγεδδών, η Δευτέρα παρουσία. Η καημένη προσδοκούσε καλύτερη ζωή για τις κόρες της που όμως δεν ερχόταν. Βέβαια, τον κορονοϊό τον είχαμε ξεχάσει, περάσει, γιατρέψει τάχα μου αλλά είχαμε τώρα άλλα να μας κυβερνούν. Κατά πώς θα τα βγάζαμε πέρα με τα λεφτά που πάντα τελείωναν πριν τις τριάντα του μήνα, πόση ώρα θα ζεσταθούμε το βράδυ, να προλάβουμε να βάλουμε βενζίνη με τη προσφορά της Τρίτης, να κόψουμε το ακριβό το ιντερνέτ και τα δεδομένα, τα ταξίδια και τις πολλές ταβέρνες, να ξεχάσουμε τα λούσα και τα φορέματα. Κάθε χρονιά και ένας άλλος αγώνας.  Όμως τα τελευταία χρόνια, όσο μεγάλωνα στην ηλικία, εμφανιζόταν και άλλη μια στεναχώρια που δεν νόγαγα πρωτύτερα. Όσο πλησίαζαν οι γιορτές των Χριστούγεννων μου ερχόταν πάντα η εικόνα από τότε που μας μετρούσε ο γυμναστής στο γυμνάσιο ο Ανδρέας και μας έβαζε να ακουμπάμε στον τοίχο του γυμναστηρίου και σημείωνε με μια κόκκινη κιμωλία το ύψος μας. Ο τοίχος γέμιζε με σημάδια. Τα αγόρια σε αυτή την ηλικία ψήλωναν κάθε μέρα, ενώ εμείς τα κορίτσια είχαμε ρίξει όλο μας το μπόι με τη μια. «Έλα, εδώ είσαι πάλι. Στα ίδια με πέρσι» μου έλεγε και έβλεπα το κόκκινο σημάδι χαμηλότερα από τα υπόλοιπα και με έπιανε το παράπονο.

Στο τέλος της χρονιάς, όταν οι υπόλοιποι μετρούσαν μέρες για να χαρούν, εγώ μετρούσα τι δεν είχα καταφέρει να κάνω μέχρι τότε και έπεφταν τα ντουβάρια να με πλακώσουν. Το μαρτύριο ξεκινούσε του Αγίου Νικολάου, στις 6 του Δεκέμβρη, όταν στολίζαμε το δέντρο και κορυφωνόταν των Φώτων, όταν έχοντας φάει και ξαναφάει τηγανιά χοιρινό, μελομακάρονα και κουραμπιέδες είχαμε ολοκληρώσει την υποχρεωτική εορταστική περίοδο.

Φέτος, όμως, ανήμερα του πολιούχου της πόλης και προστάτη των θαλασσών, είπα να μην με πάρει από κάτω. Δεν στόλισα δέντρο. Αντ’αυτού, βγήκα για τρέξιμο δίπλα στη θάλασσα, ο καιρός ήταν καλός. Συνάντησα πολλούς που είχαν την ίδια ιδέα. Άλλος με ακουστικά, άλλος με γυαλιά ηλίου, οι περισσότεροι μονάχοι, εκτός από τους αθλητές του κωπηλατικού που τρέχανε όλοι μαζί για προθέρμανση. Όλοι τρέχαμε, άραγε γλυτώναμε από αυτό που μας κυνηγούσε;

Στη στροφή πριν την ΑΓΕΤ, ήταν παρκαρισμένο το γνωστό άσπρο βανάκι. «Μουσαμάδες όλων των ειδών, με το μέτρο, απορροφητικοί», έγραφε με κόκκινα γράμματα μια χαρτονένια πινακίδα. Συνήθως ήταν καθισμένα δυο αγόρια και έπαιζαν με τα κινητά τους περιμένοντας κάποιον να σταματήσει να αγοράσει. «Πόσοι χρειάζονται μουσαμάδες,» σκεφτόμουν και τους άφηνα πίσω μου. Όμως, σήμερα, στο πόδι βρισκόταν μια γριά, με μακριά φούστα, τσεμπέρι στο κεφάλι, και σαγιονάρα στο πόδι, Δεκέμβρη μήνα.

Με το που με είδε να έρχομαι προς το μέρος της ξεφυσώντας, άρχισε να μου φωνάζει.

-Έλα ομορφούλα να πάρεις και αν πάρεις θα σου πω και τη μοίρα σου». Γέλασα με το που την άκουσα.

-Έλα μην γελάς σου λέω, θα σου πω, τι σου ξημερώνει, δεν θες; και είσαι και ωραία, μην σε ματιάσω.

-Ευχαριστώ, άσε την ξέρω τη μοίρα μου, της απαντάω για να γλυτώσω.

-Βέβαια, γυναίκα είσαι, τα ξέρεις τι σε περιμένει. Κουτσούβελα, κανένα άντρα στο κεφάλι σου να σε λέει τι θέλει αυτός, τα πεθερικά να μετράνε τι δεν κάνεις καλά, και άμα έχεις και καμιά δουλειά να βγάζεις λεφτά, να μην ξεκουράζεσαι ούτε στον ύπνο σου, καλά δεν τα λέω; με ρωτάει η γύφτισσα. Αν μην τι άλλο, μουσαμάδες μπορεί να μην ξέρει να πουλάει, την γυναικεία κατάσταση την έχει καταλάβει. Κόβω το βήμα μου και σταματάω μπροστά της, ξεφυσώντας.

-Δεν είναι πια έτσι τα πράγματα, σήμερα, της λέω.

-Δώσε μου το χέρι σου, να το διαβάσω, και να σου πω εγώ πως είναι. Δεν θέλω λεφτά, θα στο πω έτσι, γιατί φαίνεσαι ξύπνια, και άμα στα βρω, να έρθεις να με βρεις πάνω στην Αγιά Παρασκευή μια μέρα να μου πεις Ντινάκι, τα βρήκες όλα, να σ’ασημώσω.

Ο ιδρώτας αρχίζει να κυλάει πλέον πάνω στο νάιλον μπλουζάκι μου, το αίμα έχει ανέβει στα μάγουλα μου που είναι πια κόκκινα κόκκινα. Βάζω τα χέρια μου στις τσέπες, λες και φοβάμαι μην μου διαβάσει το μέλλον χωρίς να θέλω.

-Ξέρω, ξέρω, φοβάσαι, μη μάθεις τι σε περιμένει, ε; Πάντα έτσι είναι με τις μπαλαμές. Πιο καλά είναι να μην ξέρεις και να λες, δεν ήξερα, τόσο έκανα. Άμα μαθαίνεις, κοιτάς κάθε τόσο αν είσαι στο σωστό το δρόμο για να φτάσεις. Καλά δεν τα λέω; Γράμματα δεν ξέρω, σχολείο δεν πήγα, όμως τις γυναίκες τις σπούδασα, δέκα εγγονές πάντρεψα, δυο μάνες έθαψα, μια πεθερά γηροκόμησα.

Της χαμογελώ και αφήνω πίσω μου όπως όπως τη Ντίνα και τους μουσαμάδες της.

Αρχίζω να τρέχω, το εργοστάσιο της ΑΓΕΤ στο βάθος, πλέει δίπλα στη θάλασσα σαν από άλλο κόσμο.

Λίγο πριν πάρω τη στροφή και χαθώ, την ακούω να φωνάζει:

«Ακόμη και αν στη πω, μπορείς να την αλλάξεις. Μην είσαι χαζή!»

 

 

 

 

 

 

N_18: Καύσωνας με τη γιαγιά

Εν μέσω θέρους, Ιούλιο μήνα, πάντα κάτι καλό γινόταν, όλα μου ερχόταν βολικά, παρόλη τη ζέστη και την κάψα. Ο Ιούλιος για μένα τα έλιωνε όλα και ξεκινούσα από την αρχή. Έκανα τα καλυτέρα μπάνια, ήμουν πιο όμορφη, ερωτευόμουν, ταξίδευα.  Το εξηγούσα βέβαια, πως ήμουν βαφτισμένη Ιούλιο μήνα, ανήμερα της Αγίας Μαρίνας και πως μέσα στη ζέστη των κεριών ο παπά-Γιώργης, η αλλιώς παπα-Τσαβαλέρας, ο εκ του Τσαβαλέρι ορμώμενος (ελληνιστί Κοιλάδι) με είχε βουτήξει στα λαδωμένα νερά της κολυμβήθρας εκ της οποίας πιο λαμπερή. Φέτος βέβαια, μετά από δυο χρόνια πανδημίας, κάνε τεστ, βάλε-βγάλε μάσκα, δώστου εμβόλιο, να και ο πόλεμος, σκέψου τον πληθωρισμό, μην ανοίγεις το κλιματιστικό, ούτε το ψυγείο, μην πάρεις το αμάξι, ούτε βέβαια το πλοίο, σε τι κόσμο φέρνουμε παιδιά, ο Ιούλιος με είχε καταρρακώσει. Είχα μείνει στη κάψα της πόλης, πίσω από παραθυρόφυλλα και ρολά κατεβασμένα, είχαμε εγκαταστήσει και έναν ανεμιστήρα οροφής και έβγαινα νωρίς το πρωί να κάνω ψώνια και δουλειές.

Στη λαϊκή της Παρασκευής, Ιούλιο μήνα, ήμασταν μετρημένοι οι τολμηροί που σέρναμε καρότσια. Κυρίως γυναίκες.

Προχτές που έφτασα μετά τις 10 πρωί αναθεμάτιζα ήδη τη ζέστα και την υγρασία. «Έλα έλα πάρε πάρε πεπόνι μέλι, φέρε μου να σου πω αν είναι πιο γλυκό από εσένα», φώναζε ο παραγωγός από το Διμήνι. «Είναι ζάχαρη, είναι μέλι, τα λεμονάτα του Βαγγέλη», ανταπαντούσε ο παραδίπλα πάγκος από τα κάτω Λεχώνια. Τους αφήνω πίσω μου και τρέχω να βρω τη δική μου μανάβισσα από τις Σταγιάτες, που της αγοράζω γιατί περισσότερο τη λυπάμαι και τη θαυμάζω ταυτόχρονα, μεγάλη γυναίκα με τα χέρια της ροζιασμένα και σκασμένα από τα νερά και τα χώματα, αλλά κοτσονάτη να δουλεύει ακόμη, ίσως γιατί τα λεφτά δεν φτάνουν, αλλά μάλλον και κυριότερο γιατί αυτή δεν ξέρει τι σημαίνει να κάθεσαι.  Βαμμένα κατράμι τα μαλλιά της, κομμένα κοντά, τα μάτια της κάρβουνα μικρά, της λείπει η κάτω μασέλα, με το που με βλέπει μου προτείνει μια πλαστική μπλε σακούλα

-       Έλα θυγατέρ μου, τι να σε βάλω; Έχει κατεβασμένη στο μυτερό της πηγούνι, μια χιλιοφορεμένη χειρουργική μάσκα.

-       Ντομάτες θέλω, να βάλω εγώ;

-       Ναι, διαλεξ κόρη μ΄. πάρε τις αγοροπες να σε κρατήσουν λίγο, δεν πιστεύω να τις βάζει στο ψυγείο, θέλει έξω η ντομάτα να γλυκάνει και μου προτείνει τη σακούλα ανοιγμένη.

-       Μη με δίνετε σακούλα, έχω δικιά μου, της ανταπαντάω. Περήφανη για την οικολογική μου συνείδηση, βγάζω μια πάνινη, από αυτές που μας δίνουν στα συνέδρια που πηγαίνω με το πανεπιστήμιο. International Conference μισοδιαβάζω πάνω στο χιλιοπλυμμένο τσαντί και αρχίζω να χώνω μια μια τις ντομάτες.

-       Αμ, είσαι εσύ καλή, που τις βάζεις έτσι στο πανί. Πιο καλά, ούτε πλαστικό, και να σε κρατάνε πιο πολύ.

Διαλέγω σιωπηλά τις ντομάτες μου, άλλες ώριμες για σαλάτα, άλλες πιο αγουρωπές για τη βδομάδα, κάποιες πιο μεγάλες για γεμιστά. Η μανάβισσα βγάζει μια βεντάλια, στο μεταξύ, και κάνει αέρα, πέρα δώθε, γκρινιάζοντας.

-Μου το λέγε η συγχωρεμένη η μάνα μου, το καλοκαίρι δεν είναι ωραίο, δεν της άρεσε. Εγώ τότε, παιδούλα, φτερά στα πόδια, έξω όλη μέρα, δεν την καταλάβαινα. Τώρα, όμως, και εγώ το καλοκαίρι το ξαγάπησα, όπως και εκείνη.

Σταματάω να διαλέγω ντομάτες και την κοιτάω. Πως γίνεται και μου θυμίζει τη δική μου γιαγιά; Τα χέρια της, ο τρόπος που σπάει τα φασολάκια, για να τα δείξει στην πελάτισσα που έχει έρθει από δίπλα μου και διαλέγει και αυτή με τη σειρά της.

Και εκεί μπροστά μου η γιαγιά μου να καθαρίζει φασολάκια μέσα στη κουζίνα, έξω έχει ήλιο και ζέστη, παίζουμε με την αδερφή μου στην αυλή, ανακατεύοντας το χώμα, ανοίγουμε το λάστιχο και το νερό πιτσιλάει παντού, το καμένο από τη ζέστη χορτάρι μυρίζει δροσιά. Φοράμε τα ιδία κοντά παντελονάκια, τα μαλλιά μας είναι και των δυο καρέ κοντό, η γιαγιά τσιγαρίζει κρεμμύδι και σκόρδο, μυρίζει η αυλή.

-Τέσσερα και πενήντα, να τα αφήσω; Μου λέει η μανάβισσα ζυγίζοντας τις ντομάτες, που μου τις έχει πάρει από τα χέρια, αφού εγώ έχω βυθιστεί στην ονειροπόληση μου και στέκω σα κούτσουρο.

Πω πω ακρίβεια, τραντάζομαι. Πότε πήγαν 2 ευρώ οι ντομάτες;

Παρόλα αυτά της λέω που θα τις πάρω.

Σαν να με καταλαβαίνει, με βλέπει που δαγκώνομαι με την τιμή, μου χώνει και δυο αγγουράκια μαζί.

-Αυτά από μένα δώρο, μου λέει, να με θυμάσαι και να μου ξανάρθεις.

Και χωρίς να το περιμένω, εκεί που μετράω τα ευρώ και σιχτηρίζω την ακρίβεια, η μορφή της καλής μου γιαγιάς ξανάρχεται μπροστά μου και μου δίνει το καλό της το κολιέ, που το φορούσε μονάχα τις Κυριακές στην εκκλησία, απλώνει το χέρι της και μου το φοράει στο λαιμό,.

«Αυτό από μένα να με θυμάσαι, το είχα αγοράσει νιόπαντρη» και μου κρεμάει ένα μεγάλο αστέρι της Βεργίνας στο λαιμό με χρυσή αλυσίδα.

«Να με θυμάσαι», μου ξαναλέει, και εγώ κάνω να την αγκαλιάσω και μυρίζω τα ρούχα της, ιδρώτας και φαγητήλα. Τα αγγουράκια γίνανε κολιέ και εγώ ξανά παιδί.

Η γιαγιά μου εξαφανίζεται, εγώ μένω με τα ζαρζαβάτια στο χέρι.

«Όταν αρχίζεις πια να μην σ ’αρέσει το καλοκαίρι είναι που έχεις μεγαλώσει» μονολογεί η μανάβισσα καθώς σκύβω στο καρότσι να βολέψω τις σακούλες μου.

Χαιρετώ και σέρνω το καλάθι μου. Ακούω καθαρά τον ήχο από τις ρόδες του.

Όμως, εγώ νιώθω ότι περπατάω πια πλάι πλάι με τη γιαγιά μου. Νιώθω απροσδόκητα πιο νέα. Κάπως αντέχω περισσότερα τη ζέστη και την κάψα αυτού του Ιουλίου. Όπως τότε.

 

N_17: Ντόμινο

Στον Κόσμο της

Μπιλιέτο Ν_17

Ντόμινο

« Αρτεύεστε; Να φέρω ψάρι; » μας ρωτάει το παιδί στο καφενείο δίπλα στη θάλασσα και χωρίς να τ'απαντήσουμε, ο σβέλτος νεαρός, ολοκληρώνει τη σκέψη του δυνατά. “Που, δηλαδή, καλύτερα να αρτεύεστε, να φάτε να σας κρατήσει λίγο το τσιτσί από τη θάλασσα, γιατί με το ψωμί, δεν θα σας χορτάσω, έτσι που το χουν ακριβύνει.” Μέχρι να καταλάβουμε την σενιάν πολιτική ανάλυση που μας σερβίρει το παιδί, είναι δεν είναι τριάντα χρονών, ψηλός, στεγνός, να τρέχει σα πύραυλος μέσα έξω στο μαγαζί, η παλαμίδα προσγειώνεται στο κέντρο του τραπεζιού, με δυο πιρουνάκια και έχει αγκαζέ της δυο φέτες ψωμί. Κοιταζόμαστε με τον συνδαιτυμόνα μου. “Μην τη κοιτάτε καλέ, συνεχίζει, ο σερβιτόρος μας. “Φάτε την και το ψωμάκι πάρτε το σπίτι, έρχεται πείνα καλή μου κυρία”, και ο πύραυλος γεμίζει άτσαλα τα ποτηράκια, χωρίς να μας κοιτάει, χωρίς καν να φοράει μάσκα— ποιος θα τον γράψει εδώ στο τέλος του κόσμου, δίπλα στη θάλασσα, πάνω στο κύμα; Στο κάτω κάτω, ο κορωνοϊός είχε τελειώσει εδώ και μια βδομάδα. Και έχει ξεκινήσει ο πόλεμος. Όπως τις νύχτες με τον ψηλό πυρετό, βλέπαμε τον ένα εφιάλτη μετά τον άλλο, σαν σήριαλ.

Πετάγομαι ιδρωμένη από το κρεβάτι.

Βγαίνω να περπατήσω και αντί να κατέβω στη παραλία, κόβω μέσα από το πάρκο του αγίου Κωνσταντίνου, αφήνω τη φασαρία, τα μηχανάκια, τους εκσκαφείς που ανοίγουν τα σωθικά των δρόμων για να περάσουν σωλήνες. Στο πάρκο μπροστά στη θάλασσα εκείνη την ώρα δεν έχει κόσμο. Ελάχιστοι βγάζουν τα σκυλιά τους βόλτα που τρέχουν και χέζουν ενίοτε πάνω στο καχεκτικό γκαζόν, κάποιοι αργόσχολοι κάθονται στα παγκάκια, φοιτητές αράζουν στις πεζούλες με καφέ και τσιγάρο. Εκεί πίσω, κάτω από ένα φουκαριάρικο κυπαρίσσι που δεν βρίσκει χώμα να πάρει τα πάνω του και να κοιτάξει ψηλά, ξεχωρίζω ένα μπουλούκι από άντρες που κάθονται κάτω από το δέντρο, πάνω σε κασόνια από μπύρες και στη μέση, γύρω από ένα κουτί στο οποίο έχουν στεριώσει ένα καπλαμά, έχουν αραδιασμένο ένα επιτραπέζιο παιχνίδι. Γυρτοί και αφοσιωμένοι, κρατούν τα πούλια τους κρυμμένα από τους συμπαίχτες τους, όμως λίγο τους νοιάζει που ο υπόλοιπος κόσμος τους βλέπει. Πλησιάζω.

-Τι παιχνίδι παίζετε εδώ; ρωτάω και ακούγομαι σαν τον υπαστυνόμο Μπέκα.

-Ντόμινο, μου λέει ένας από αυτούς με προφορά και χτυπάει το τουβλάκι του πάνω στον καπλαμά. Είναι γύρω στα 50, ξανθός με κόκκινα μάγουλα και γαλανά μάτια.

-Κάτσε να δεις, άμα θελήσεις, συνεχίζει ευγενικά.

Στο κέντρο η τάβλα έχει χάσει το άσπρο χρώμα της, απόδειξη της έντασης με την οποία χτυπούν τα πούλια οι παίκτες πάνω της. Τι έχουν να κερδίσουν, αναρωτιέμαι, και κάθονται και παίζουν κοτζάμ μαντράχαλοι;

Πλησιάζω και άλλο, και κάθομαι όρθια από πάνω τους, σα κούτσουρο.

“Δεν είναι ντίσκολο. Να δες. Πρέπει να ξεφορτωθείς τα πούλια σου όσο πιο γλήγορα γίνεται, ανάλογα με το τι θα παίζει ο άλλος”, μου λέει ο ίδιος κύριος. Σκύβω πάνω από τα τουβλάκια που μπαίνουν το ένα πίσω από το άλλο σαν την ουρά ενός φιδιού που όλο και μεγαλώνει. Μετράω τα νούμερα, και πριν προλάβω να κάνω την πρόσθεση, ο άντρας που κάθεται απέναντι μου κατεβάζει όλα του τα πούλια και κερδίζει την παρτίδα. Κανείς δεν σηκώνει κεφάλι. Ανακατεύουν τα τουβλάκια και τα ξαναμοιράζουν στο πι και φι. Καινούργια παρτίδα.

“Ο Εσάντ έχει ρέντα σήμερα, λέει με παράπονο ο ευγενικός κύριος. Δεν έχει αφήσει πατρίδα.

“Πα-ρτιδα”, διορθώνει γρηγορα. “Γιατί πατρίδα, έχουμε αφήσει όλοι.”

Τότε λένε κάτι σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω.

“Αλβανικά είναι, κυρία,” μου εξηγεί ο άντρας με τα γαλάζια μάτια. “ Αλβανοί είμαστε. Ήρθαμε το 92. Εγώ Ντιμίτρι από το Δυρράχιο, ο Γιάννης από τους Άγιους Σαράντα. Ο Εσάντ και ο Μπουτζάρ από το Αργυρόκαστρο” μου εξηγεί και μου δείχνει έναν έναν τους ιππότες γύρω από τον καπλαμά. “Τότε που φύγαμε και ήρθαμε με τα πόδια. Που αρχίσαμε να περπατάμε.”

“Και ήρθατε στο Βόλο, τότε;” Θέλω να ελαφρύνω τη κουβέντα, θέλω, γιατί τους θυμάμαι να περπατάνε, τότε που ήμουν μικρή στο χωριό, να περνάνε μπροστά από τη τζαμαρία του σπιτιού μας.

“Ήρθαμε εδώ και μείναμε,” λέει κάποιος από τους τέσσερις, αλλά δεν ξεχωρίζω ποιος, γιατί όλοι τους είναι σκυμμένοι πάνω από τον καπλαμά. Έχουν δυο τρία πούλια ο καθένας. Είναι στο τέλος της και αυτή η παρτίδα και εγώ ακόμη κάνω προσθέσεις...

“Χραπ! Βγήκα...”, πανηγυρίζει ο Ντιμίτρι και σηκώνεται επιτέλους από το κασόνι του.

“Κατάλαβες κυρία; Ερχόμαστε εδώ, όποτε έχει καλό καιρό και ντεν έχουμε ντουλιά, και καθόμαστε να παίζουμε ντόμινο. Και μόλις τελειώνουμε, ξανά πάλι ξεκινάμε. Όσο πάει. Κάπου να κερδίζεις, δηλαδή, γιατί παντού να χάνεις δεν γκίνεται.”

Τα υπόλοιπα τα λέει στα αλβανικά και γελάνε όλοι μαζί, συνωμοτικά. Καταφανώς, το κλίμα δεν με σηκώνει πια. Ως κούτσουρο, που βγάζει ποδάρια, χαιρετώ και απομακρύνομαι. Περπατώντας δίπλα στη θάλασσα πια, σκέφτομαι πως μια ήττα σέρνει πάντα μαζί της την ανεκπλήρωτη αδερφή της, τη νίκη, που αν και κουτσή ή χωρίς καν πόδια εκείνη τη στιγμή, σε βάζει να περπατάς και να τη ψάχνεις. Εφέ ντόμινο, ονομάζεται αυτό. Κοίτα να δεις.





N_16: Ο κουτσός

Μπιλιέτο Ν_16

Ο Κουτσός


Χειμώνα καιρός, το κρύο είχε σφίξει προ πολλού. Ήδη Δεκέμβρης, περιμέναμε τον Άι-Νικόλα να μας παραχώσει με κανένα κώλο χιόνι, στα πεδινά όσα και τα ορεινά, και να μην ξέρουμε κατά που να πάμε να κρυφτούμε. Και όμως όλοι καθόντουσαν έξω, στον καθαρό αέρα. Κανένας δεν φοβόταν μη κάτσει πάνω στο ρεύμα, μη κρυώσει, μην αρρωστήσει καθώς όλοι φοβόντουσαν πρωτίστως και πάνω απ'όλα μη συχνωτιστούν με άλλους.

Στον ανέλπιστα υπαίθριο βίο που διάγαμε χειμώνα καιρό, εν μέσω πανδημίας, πέφταμε μούρη με μούρη με γάτες και σκύλους που βολοδέρνανε και δεν ξεχωρίζαν εποχές. Ερχόταν και τριβόντουσαν ή μας περιτριγύριζαν σιωπηλά, ζητώντας χάδια ή φαΐ, ανάλογα με την πείνα τους. Κάποιοι αγαπούσαν τα αιλουροειδή, κάποιοι φοβόντουσαν τα σκυλιά, ο καθένας έβρισκε κάποιον να νοιαστεί.

Καθώς εκπαιδευόμασταν, λοιπόν, στο κρύο προχτές κάναμε μια τρέλα και πήγαμε βόλτα με τη μηχανή. Μετά από καμιά ώρα και αφού είχαμε αρχίσαμε να μουδιάζουμε από το κρύο καθίσαμε για φαγητό στη πλατεία του Νεοχωρίου, πάνω από τις Αφέτες. Καμία δεκαριά σκυλιά λυμαίνονταν την πλακόστρωτη ανοιχτωσιά κάτω από τον πλάτανο. Ήταν μεσημέρι, ο ήλιος ξεκινούσε να έρχεται από τα πλάγια μας, μας χάιδευε, το κρασί μας είχε ανάψει, τα λόγια ανεβαίνανε πιο εύκολα. Από αυτές τις μέρες, που κάθε πράμα φαίνεται να έχει τη θέση του. Γλείφαμε και ρουφούσαμε τα αρνίσια κοψίδια, χωρίς να πολυμιλάμε. Μαζεύαμε τα κοκάλα, μην πάνε χαμένα.

Κάποια στιγμή, ένας κουτσός σκύλος εμφανίστηκε στο βάθος της πλατείας.

“Να σε αυτόν θα τα δώσουμε, τον καημένο”, είπε ο συνδαιτυμόνας μου.

Ένα κοντότριχο, καφέ αρσενικό με το μπροστινό πόδι στα μισά κομμένο, προσπέρασε τα μεγάλα, φουντωτά τσοπανόσκυλα, που μασουλούσαν ήδη κάτι και ήρθε προς το μέρος μας. Του πετάξαμε ένα κόκκαλο, αλλά αυτός σκιάχτηκε και έφυγε παραπέρα, ενώ το κόκκαλο φυσικά δεν πήγε χαμένο. Το ρήμαξε ο χοντρός ελληνικός ποιμενικός που ήταν παραδίπλα. Τον λυπηθήκαμε ακόμη παραπάνω τον κουτσό. Ποιος ξέρει τι είχε περάσει.

Μας έπιασε μια ντροπή που είχαμε και τρώγαμε, ενώ το κουτσό σκυλί τριγύριζε νηστικό. Τρώγαμε πιο γρήγορα σαν για να κρυφτούμε. Έτσι είχα πάθει και μικρή, όταν η γιαγιά μου σε μια προσπάθεια να με πείσει να φάω μπάμιες, μου είχε πει πως τα παιδάκια στην Αφρική δεν έχουν να φάνε, αναγκάζοντας με να καταπιώ όλο τύψεις τις μπάμιες που σιχαινόμουν τις μύξες τους.

Σε μια απέλπιδα προσπάθεια, λοιπόν, να πάρω μια ανάσα από αυτή τη γρήγορη κρεατοφαγία, ζήτησα από την γκαρσόνα, μια στρουμπουλή κοπέλα γύρω στα τριάντα, μια σαλάτα, μπας και γλιστρήσει καλύτερα το κρέας.

Καθώς ακουμπούσε αυτή το λάχανο-καρότο στο τραπέζι, τη ρώτησα αν ήξερε τι είχε πάθει το δύσμοιρο σκυλί.

“Α, τον Κουτσό λέτε... Ε αυτός έχει ιστορία. Ήταν πέρσι το Πάσχα, που' χαμε ακόμη λοκντάουν. Το χωριό ήταν άδειο, δεν είχαν έρθει οι Αθηναίοι για τα εξοχικά, ήταν μονάχα ο Πέτρος ο Ζαβούλης που μένει εδώ, όλο τον καιρό. Αυτός έχει ένα κοτέτσι στο πίσω μέρος του σπιτιού. Μη φανταστείς, καμιά δεκαριά κότες, ίσα να έχει φρέσκα αυγά. Τα σκυλιά, που λες,είχαν πεινάσει, κλειστά βλέπεις τα μαγαζιά στη πλατεία. Ο Κουτσός, ένα σούρουπο την ώρα που μαζευόντουσαν οι κότες του Ζαβούλη, πήγε και άρπαξε μια από το λαιμό. Τη φχαριστηθηκε κατά πως φαίνεται και ήρθε μετά από δυο μέρες να φάει και μια δεύτερη. Τον περίμενε, όμως, ο Ζαβούλης με το όπλο και του ρίξε. Τον πήρανε στο πόδι τα σκάγια. Κρεμόταν μια βδομάδα το πόδι, μέχρι που το σκυλί το δάγκωσε μοναχό του το κομμάτι για να κλείσει η πληγή.”

Η γκαρσόνα μας άφησε να χωνέψουμε την ιστορία.

Τώρα ο Κουτσός είχε φανερωθεί για ληστής, και ο Ζαβούλης για αυτόν, που πήρε δίκαια εκδίκηση. Είχαμε διχαστεί. Τσούζαμε ροζέ κρασί και μαλώναμε μεταξύ μας, για το ποιος είχε το σωστό με το μέρος του. Το ζώο ή ο άνθρωπος.

Θα συνεχίζαμε την κουβέντα περί ποινών, όταν καταλάβαμε ότι στο διπλανό τραπέζι, ήρθε και κάθισε ο ίδιος ο Ζαβούλης. Η γκαρσόνα τον προσφώνησε με το επίθετο, και εμείς, σωπάσαμε σαν κάποιος να μας είχε βάλει το πιστόλι στο κρόταφο. Ένας άντρα περί τα πενήντα, με κοτσίδα, που κάθισε μόνος του και πήρε ένα μισόκιλο κοιτώντας την πλατεία και τα σκυλιά που τριγυρνούσε.

“Πόπη, βάλε δυο κιλά κοψίδια και ρίξτε στα σκυλιά”, τον ακούσαμε να λέει χαμηλόφωνα. Η γκαρσόνα υπάκουσε και σε ένα μισάωρο βγήκε έξω με μια λαδόκολλα και πήγε και τα ακούμπησε στο κέντρο της πλατείας. Τα σκυλιά πέσανε με τα μούτρα. Μέχρι και τα γατιά σπεύσανε. Μονάχα ο Κουτσός έμενε σε μια γωνιά να κοιτάει. Δεν πλησίαζε και ας τον είχε πάρει από τη μύτη οι μυρωδιές. Καθόταν με τα τρία πόδια του σα μυθικό τέρας και μας κοιτούσε. Όταν όλα τα ζωντανά είχανε κάτι να μασουλάν και να παιδεύουν, ο Ζαβούλης σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του Κουτσού. Θα του πε κάτι που εμείς δεν ακούσαμε. Ομως, το σκυλί δεν καταδέχτηκε να τον πλησιάσει. Στου Κουτσού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα.

Ο Ζαβούλης γύρισε και έκατσε στο τραπέζι αμίλητος. Ίσως και στεναχωρημένος. Ασυγχώρητος από το σκυλί που του κρατούσε γινάτι, κάθισε να τελειώσει το μισόκιλο. Η γκαρσόνα του έφερε το λογαριασμό.

Το σκυλί είχε φάει το ποδάρι του. Τον Ζαβούλη τον τρώγανε οι τύψεις.

Πληρώσαμε και φύγαμε. Στο γυρισμό, πάνω στη μηχανή, μας θέριζε ο αέρας. Καθένας πλήρωνε το πρόστιμο που του αναλογούσε, σκέφτηκα. Άλλος τον φόβο, και άλλος τις τύψεις. Η συγχώρεση του πλησίου και του εαυτού περνούσε από το γλείψιμο των πληγών, και ενίοτε και ολίγων κοψιδιών.

N_15: Μπον φιλέ

Στον Κόσμο της

Μπιλιέτο Ν_15

Μπον φιλέ

Δεύτερος Χειμώνας κορονοϊού και κάναμε το σταυρό μας που ακόμη δεν είχαμε κλείσει, ενώ τα κρούσματα είχαν φτάσει στο Θεό και τα μέτρα κατά της εξάπλωσης του ιού, μισούς τους στέλναν στον παράδεισο, τους άλλους στη κόλαση και μια ενδιάμεση κατηγορία την έβγαζε όρθια στο καθαρτήριο.

“Κλείσε ραντεβού” ήταν το σύνθημα του φετινού Νοέμβρη. Στο δρόμο της μικρής μας πόλης, τα αστικά λεωφορεία δεν είχαν κολλημένες πλέον αφίσες για ενοικιάσεις αυτοκίνητων, παρόχους κινητής τηλεφωνίας και μεθόδους αποτρίχωσης. Αντί αυτού πηγαινοερχόντουσαν διαφημίζοντας PCR και Rapid test. Καντίνες στήνονταν στην Αθηνών και αντί για βρώμικα σουβλάκια προσέφεραν γρήγορα διαπιστευτήρια μη νόσησης μέσα από το αυτοκίνητο, ενώ σε πλατείες και πανεπιστήμια περιμέναμε υπομονετικά για να μας χώσουν το μικρό ξυλάκι στη μύτη και να δακρύσουμε. Τις Κυριακές το βράδυ, πριν ξεκινήσει η βδομάδα, έξω από εφημερεύοντα φαρμακεία άλλες μεγάλες ουρές περίμεναν τη μεταλαβιά τους, το αρνητικό διαβατήριο προς τον παράδεισο. Εμβολιασμένοι και ανεμβολίαστοι ήμασταν τώρα πια καλεσμένοι στο ίδιο μυστικό δείπνο και έπρεπε ο καθένας να φέρει από κάτι. Άλλος πιστοποιητικό εμβολιασμού και άλλος τεστ αρνητικό.

Προχτές, όμως, έτυχε να ανακαλύψω στο βάθος μιας τσάντας ξεχασμένη την άδεια μετακίνησης που συμπλήρωνα για να βγω έξω και θυμήθηκα τον περσινό χειμώνα. Ξελαφρωμένη, που δεν θα τη χρειαζόμουν για να κάνω τα ψώνια μου, βγήκα στο δρόμο. Στο γωνιακό κρεοπωλείο της Πολυμέρη μπήκα φορώντας μάσκα, δείχνοντας ταυτότητα και πιστοποιητικό. Περίμενα σε απόσταση ασφαλείας από την προπορευόμενη πελάτισσα.

“Εμβολιάστηκες Βαγγελίτσα;” ρώτησε ο ψηλός κρεοπώλης την ξανθιά κυρία περί τα πενήντα που βρισκόταν μπροστά μου.

“Σου κόβω ποντίκι, πολύ καλό” συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντηση.

“Όχι δεν το κάνα μωρέ Μανώλη” του απάντησε αυτή και εγώ τεντώθηκα να ακούσω παραπάνω. “Φοβόμουν μη πάθω καμιά περικαρδίτιδα, είμαι και μόνη μου”, του εξήγησε συγκρατημένα.

“Δεν πειράζει, την παρηγόρησε ο χασάπης, κόβοντας μεθοδικά το ποντίκι. “Όπως το κατανοεί ο καθένας το θέμα. Τώρα θα πάρεις το χάπι, έφτασε, τι είναι μέχρι το Γενάρη, υπομονή” συμπλήρωσε με τη σιγουριά επιδημιολόγου ο χασάπης.

Ήρθε και η σειρά μου, ζήτησα συκώτι και μπον φιλέ. “Όπως το κάνουν στη Γαλλία” διευκρίνισα τρομάρα μου.

“Συκώτι να σε βάλω μια μερίδα για δυο; έχεις παιδιά;” με ρώτησε χωρίς να ντραπεί καθώς έβγαζε το γλιστερό κρέας από τη βιτρίνα.

“Όχι, παιδιά δεν έχω” του απάντησα εγώ μονολεκτικά. Δεν ήθελα να μπλέξω σε φεμινιστικές διαμάχες με το χασάπη.

“Και συ σαν τη Βαγγελίτσα; Την είδες αυτή που έφυγε; Αυτή ήταν από τις πιο ωραίες γυναίκες του Βόλου μια εποχή. Περνούσε και γυρνούσαν κεφάλια. Ο πατέρας της ξυλέμπορας, ο Σκάντζας με το όνομα, την είχε και την περπάταγε τις Κυριακές στη παραλία για καμάρι. Χαράς Ευαγγέλιον λέγαμε, συνωμοτικά για να μην μας καταλάβει, κάτι μπακούρια που μασταν μαζεμένα και την λιμπιζόμασταν καθώς περπατούσε με τον μπάρμπα της.

Ο χασάπης βγήκε από την ανάμνηση και κατέβασε δυο θηλιές χοιρινό λουκάνικο με πράσο από τα τσιγκέλια. “Θα σε βάλω και από αυτά να δοκιμάσεις, δεν έχεις φάει τέτοια πράματα στη Γαλλία”, μου είπε και δεν μπόρεσα να πω όχι. Τα τύλιξε στο χαρτί και τα ζύγισε. Και εκεί πάνω στο ζύγι, ξαναήρθε η Βαγγελίτσα μπροστά του.

“Τι ομορφιά όμως χαμένη, τι τα θες! Την είδες; Μοναχή της και φοβιτσιάρα, και αυτό γιατί ο ξυλέμπορας ήθελε να της δώσει επιστήμονα, κανά γιατρό ή δικηγόρο να καλοπαντρευτεί, έλεγε. Και η Βαγγελίτσα ήθελε τον Τάκη τον Σανίδα, τον μαραγκό από την Αγριά. Ανένδοτος ο μπάρμπας της. Η Βαγγελίτσα δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν από τη στεναχώρια της είχε μείνει μισή. Ερχόταν η μάνα της και έπαιρνε συκώτι κάθε τρεις και λίγο μπας και τη στυλώσει. Ο Σανίδας βρήκε μια από το χωριό και την παντρεύτηκε και έκανε και τέσσερα παιδιά, η γυναίκα του έρχεται και ψωνίζει από μένα, αλλά η Βαγγελίτσα μοναχή της.

Ο χασάπης έμεινε να κοιτάει τα λουκάνικα για λίγο. Σαν διάβαζε τη μοίρα των ανθρώπων πάνω στα έντερα. Τα κοιτούσα και εγώ, αλλά δεν έβλεπα τίποτα.

“Και εδώ μέσα στο μαγαζί μου πριν από δυο βδομάδες, συναντήθηκε, που λες, η Βαγγελίτσα με τον Σανίδα. Μάσκες ο ένας, μάσκα κι η αυτή. Αλλά αμέσως καταλάβανε ο ένας τον άλλον. Μείνανε να κοιτιούνται, κάτω από τα τσιγκέλια που χα ένα μοσχάρι κρεμασμένο να στραγγίξει. Τους άφησα και μπήκα στο ψυγείο τάχα να βρω ένα κομμάτι. Έκατσα όσο μπόρεσα, κόντεψα να πλευριτωθώ εκεί μέσα. Δεν ξέρω τι είπανε. Γύρισε και έφυγε ο Σανίδας, ούτε κρέας πήρε, ούτε τίποτα. Η Βαγγελίτσα πήρε λίγο μπον φιλέ σαν το δικό σου και έφυγε και αυτή, χωρίς πολλά πολλά. Τι τα θες έτσι είναι οι μεγάλοι έρωτες. Δεν τους ζεις και μετά τους θυμάσαι για πάντα.

Και με αυτά και με αυτά ο χασάπης μου δωσε την απόδειξη για το συκώτι και τα λουκάνικα και με άφησε να φύγω. Βγαίνοντας στη Πολυμερή μέρα μεσημέρι γεμάτη αυτοκίνητα πάνω κάτω, κόσμος με μάσκες παντού, ξανασκέφτηκα πως πέρσι τέτοιο καιρό ακουγόταν πουλάκια να κελαηδάνε σε αυτό το δρόμο, τόσο άδειος ήταν.

Όπως η Βαγγελίτσα με τον Σανίδα, η ανάμνηση είναι πάντα το μπον φιλέ ενός μεγάλου έρωτα. Κρατάει μόνο το ψαχνό, τα άλλα τα πετάει, γιατί δεν μπόρεσε ποτέ να τα μασήξει, να τα ζήσει, να τα καταλάβει.

Έτσι και με το δεύτερο αυτό χειμώνα του κορονοϊού: στο τρυφερό μπον φιλέ της ανάμνησης του περσινού χειμώνα δεν μπορούσαμε να μασήξουμε, μήτε να καταλάβουμε ότι η κόλαση δεν είναι οι άλλοι και ο παράδεισος δεν είναι κάπου μακρυά. Ο εύθραυστος έρωτας του εδώ και τώρα.