Στον Κόσμο της
Μπιλιέτο Ν_19
Καθεμιά και η μοίρα της
-Ν’ανεβάσω τα ξύλα, να ανάψω τη φωτιά, να κάνω το φαΐ, να πάω ξανά για ξύλα κάτω στο υπόγειο για να μην τα έχω μέσα στο σπίτι και με φάνε οι ψύλλοι σα και πέρσι, περνάει η μέρα και τι κάνω όλη μέρα χαϊδεύω τη σόμπα, πώς θα ζεσταθούμε νομίζεις; Τι σαν εσάς εκεί κάτω θυγατέρα μου, στη πόλη, που γυρνάτε το κουμπί από τ ‘αέριο με τα βαμμένα τα μανικιούρ τα κόκκινα και ζεσταίνεται μοναχό του το σπίτ. Η φωτιά θέλει δουλειά για να μην σβήσει. Ποιος θα τα κάμει αυτά νομίζεις; Η μάνα σου.
-Δεν έχει τέτοια φέτος μάνα, το καλοριφέρ το ανέβουμε μονάχα το βράδυ. Γυρνάμε με τα μπουφάν και τις ρόμπες όλη μέρα μες στο σπίτι. Είναι ακριβό τ ‘αέριο.
-Ηηηη, τι καιροί ήρθαν, θεέ μου….
Όταν έκλεινα το τηλέφωνο στη μάνα μου περίμενα πάντα να έρθει η αποκάλυψη, ο Αρμαγεδδών, η Δευτέρα παρουσία. Η καημένη προσδοκούσε καλύτερη ζωή για τις κόρες της που όμως δεν ερχόταν. Βέβαια, τον κορονοϊό τον είχαμε ξεχάσει, περάσει, γιατρέψει τάχα μου αλλά είχαμε τώρα άλλα να μας κυβερνούν. Κατά πώς θα τα βγάζαμε πέρα με τα λεφτά που πάντα τελείωναν πριν τις τριάντα του μήνα, πόση ώρα θα ζεσταθούμε το βράδυ, να προλάβουμε να βάλουμε βενζίνη με τη προσφορά της Τρίτης, να κόψουμε το ακριβό το ιντερνέτ και τα δεδομένα, τα ταξίδια και τις πολλές ταβέρνες, να ξεχάσουμε τα λούσα και τα φορέματα. Κάθε χρονιά και ένας άλλος αγώνας. Όμως τα τελευταία χρόνια, όσο μεγάλωνα στην ηλικία, εμφανιζόταν και άλλη μια στεναχώρια που δεν νόγαγα πρωτύτερα. Όσο πλησίαζαν οι γιορτές των Χριστούγεννων μου ερχόταν πάντα η εικόνα από τότε που μας μετρούσε ο γυμναστής στο γυμνάσιο ο Ανδρέας και μας έβαζε να ακουμπάμε στον τοίχο του γυμναστηρίου και σημείωνε με μια κόκκινη κιμωλία το ύψος μας. Ο τοίχος γέμιζε με σημάδια. Τα αγόρια σε αυτή την ηλικία ψήλωναν κάθε μέρα, ενώ εμείς τα κορίτσια είχαμε ρίξει όλο μας το μπόι με τη μια. «Έλα, εδώ είσαι πάλι. Στα ίδια με πέρσι» μου έλεγε και έβλεπα το κόκκινο σημάδι χαμηλότερα από τα υπόλοιπα και με έπιανε το παράπονο.
Στο τέλος της χρονιάς, όταν οι υπόλοιποι μετρούσαν μέρες για να χαρούν, εγώ μετρούσα τι δεν είχα καταφέρει να κάνω μέχρι τότε και έπεφταν τα ντουβάρια να με πλακώσουν. Το μαρτύριο ξεκινούσε του Αγίου Νικολάου, στις 6 του Δεκέμβρη, όταν στολίζαμε το δέντρο και κορυφωνόταν των Φώτων, όταν έχοντας φάει και ξαναφάει τηγανιά χοιρινό, μελομακάρονα και κουραμπιέδες είχαμε ολοκληρώσει την υποχρεωτική εορταστική περίοδο.
Φέτος, όμως, ανήμερα του πολιούχου της πόλης και προστάτη των θαλασσών, είπα να μην με πάρει από κάτω. Δεν στόλισα δέντρο. Αντ’αυτού, βγήκα για τρέξιμο δίπλα στη θάλασσα, ο καιρός ήταν καλός. Συνάντησα πολλούς που είχαν την ίδια ιδέα. Άλλος με ακουστικά, άλλος με γυαλιά ηλίου, οι περισσότεροι μονάχοι, εκτός από τους αθλητές του κωπηλατικού που τρέχανε όλοι μαζί για προθέρμανση. Όλοι τρέχαμε, άραγε γλυτώναμε από αυτό που μας κυνηγούσε;
Στη στροφή πριν την ΑΓΕΤ, ήταν παρκαρισμένο το γνωστό άσπρο βανάκι. «Μουσαμάδες όλων των ειδών, με το μέτρο, απορροφητικοί», έγραφε με κόκκινα γράμματα μια χαρτονένια πινακίδα. Συνήθως ήταν καθισμένα δυο αγόρια και έπαιζαν με τα κινητά τους περιμένοντας κάποιον να σταματήσει να αγοράσει. «Πόσοι χρειάζονται μουσαμάδες,» σκεφτόμουν και τους άφηνα πίσω μου. Όμως, σήμερα, στο πόδι βρισκόταν μια γριά, με μακριά φούστα, τσεμπέρι στο κεφάλι, και σαγιονάρα στο πόδι, Δεκέμβρη μήνα.
Με το που με είδε να έρχομαι προς το μέρος της ξεφυσώντας, άρχισε να μου φωνάζει.
-Έλα ομορφούλα να πάρεις και αν πάρεις θα σου πω και τη μοίρα σου». Γέλασα με το που την άκουσα.
-Έλα μην γελάς σου λέω, θα σου πω, τι σου ξημερώνει, δεν θες; και είσαι και ωραία, μην σε ματιάσω.
-Ευχαριστώ, άσε την ξέρω τη μοίρα μου, της απαντάω για να γλυτώσω.
-Βέβαια, γυναίκα είσαι, τα ξέρεις τι σε περιμένει. Κουτσούβελα, κανένα άντρα στο κεφάλι σου να σε λέει τι θέλει αυτός, τα πεθερικά να μετράνε τι δεν κάνεις καλά, και άμα έχεις και καμιά δουλειά να βγάζεις λεφτά, να μην ξεκουράζεσαι ούτε στον ύπνο σου, καλά δεν τα λέω; με ρωτάει η γύφτισσα. Αν μην τι άλλο, μουσαμάδες μπορεί να μην ξέρει να πουλάει, την γυναικεία κατάσταση την έχει καταλάβει. Κόβω το βήμα μου και σταματάω μπροστά της, ξεφυσώντας.
-Δεν είναι πια έτσι τα πράγματα, σήμερα, της λέω.
-Δώσε μου το χέρι σου, να το διαβάσω, και να σου πω εγώ πως είναι. Δεν θέλω λεφτά, θα στο πω έτσι, γιατί φαίνεσαι ξύπνια, και άμα στα βρω, να έρθεις να με βρεις πάνω στην Αγιά Παρασκευή μια μέρα να μου πεις Ντινάκι, τα βρήκες όλα, να σ’ασημώσω.
Ο ιδρώτας αρχίζει να κυλάει πλέον πάνω στο νάιλον μπλουζάκι μου, το αίμα έχει ανέβει στα μάγουλα μου που είναι πια κόκκινα κόκκινα. Βάζω τα χέρια μου στις τσέπες, λες και φοβάμαι μην μου διαβάσει το μέλλον χωρίς να θέλω.
-Ξέρω, ξέρω, φοβάσαι, μη μάθεις τι σε περιμένει, ε; Πάντα έτσι είναι με τις μπαλαμές. Πιο καλά είναι να μην ξέρεις και να λες, δεν ήξερα, τόσο έκανα. Άμα μαθαίνεις, κοιτάς κάθε τόσο αν είσαι στο σωστό το δρόμο για να φτάσεις. Καλά δεν τα λέω; Γράμματα δεν ξέρω, σχολείο δεν πήγα, όμως τις γυναίκες τις σπούδασα, δέκα εγγονές πάντρεψα, δυο μάνες έθαψα, μια πεθερά γηροκόμησα.
Της χαμογελώ και αφήνω πίσω μου όπως όπως τη Ντίνα και τους μουσαμάδες της.
Αρχίζω να τρέχω, το εργοστάσιο της ΑΓΕΤ στο βάθος, πλέει δίπλα στη θάλασσα σαν από άλλο κόσμο.
Λίγο πριν πάρω τη στροφή και χαθώ, την ακούω να φωνάζει:
«Ακόμη και αν στη πω, μπορείς να την αλλάξεις. Μην είσαι χαζή!»