N_16: Ο κουτσός

Μπιλιέτο Ν_16

Ο Κουτσός


Χειμώνα καιρός, το κρύο είχε σφίξει προ πολλού. Ήδη Δεκέμβρης, περιμέναμε τον Άι-Νικόλα να μας παραχώσει με κανένα κώλο χιόνι, στα πεδινά όσα και τα ορεινά, και να μην ξέρουμε κατά που να πάμε να κρυφτούμε. Και όμως όλοι καθόντουσαν έξω, στον καθαρό αέρα. Κανένας δεν φοβόταν μη κάτσει πάνω στο ρεύμα, μη κρυώσει, μην αρρωστήσει καθώς όλοι φοβόντουσαν πρωτίστως και πάνω απ'όλα μη συχνωτιστούν με άλλους.

Στον ανέλπιστα υπαίθριο βίο που διάγαμε χειμώνα καιρό, εν μέσω πανδημίας, πέφταμε μούρη με μούρη με γάτες και σκύλους που βολοδέρνανε και δεν ξεχωρίζαν εποχές. Ερχόταν και τριβόντουσαν ή μας περιτριγύριζαν σιωπηλά, ζητώντας χάδια ή φαΐ, ανάλογα με την πείνα τους. Κάποιοι αγαπούσαν τα αιλουροειδή, κάποιοι φοβόντουσαν τα σκυλιά, ο καθένας έβρισκε κάποιον να νοιαστεί.

Καθώς εκπαιδευόμασταν, λοιπόν, στο κρύο προχτές κάναμε μια τρέλα και πήγαμε βόλτα με τη μηχανή. Μετά από καμιά ώρα και αφού είχαμε αρχίσαμε να μουδιάζουμε από το κρύο καθίσαμε για φαγητό στη πλατεία του Νεοχωρίου, πάνω από τις Αφέτες. Καμία δεκαριά σκυλιά λυμαίνονταν την πλακόστρωτη ανοιχτωσιά κάτω από τον πλάτανο. Ήταν μεσημέρι, ο ήλιος ξεκινούσε να έρχεται από τα πλάγια μας, μας χάιδευε, το κρασί μας είχε ανάψει, τα λόγια ανεβαίνανε πιο εύκολα. Από αυτές τις μέρες, που κάθε πράμα φαίνεται να έχει τη θέση του. Γλείφαμε και ρουφούσαμε τα αρνίσια κοψίδια, χωρίς να πολυμιλάμε. Μαζεύαμε τα κοκάλα, μην πάνε χαμένα.

Κάποια στιγμή, ένας κουτσός σκύλος εμφανίστηκε στο βάθος της πλατείας.

“Να σε αυτόν θα τα δώσουμε, τον καημένο”, είπε ο συνδαιτυμόνας μου.

Ένα κοντότριχο, καφέ αρσενικό με το μπροστινό πόδι στα μισά κομμένο, προσπέρασε τα μεγάλα, φουντωτά τσοπανόσκυλα, που μασουλούσαν ήδη κάτι και ήρθε προς το μέρος μας. Του πετάξαμε ένα κόκκαλο, αλλά αυτός σκιάχτηκε και έφυγε παραπέρα, ενώ το κόκκαλο φυσικά δεν πήγε χαμένο. Το ρήμαξε ο χοντρός ελληνικός ποιμενικός που ήταν παραδίπλα. Τον λυπηθήκαμε ακόμη παραπάνω τον κουτσό. Ποιος ξέρει τι είχε περάσει.

Μας έπιασε μια ντροπή που είχαμε και τρώγαμε, ενώ το κουτσό σκυλί τριγύριζε νηστικό. Τρώγαμε πιο γρήγορα σαν για να κρυφτούμε. Έτσι είχα πάθει και μικρή, όταν η γιαγιά μου σε μια προσπάθεια να με πείσει να φάω μπάμιες, μου είχε πει πως τα παιδάκια στην Αφρική δεν έχουν να φάνε, αναγκάζοντας με να καταπιώ όλο τύψεις τις μπάμιες που σιχαινόμουν τις μύξες τους.

Σε μια απέλπιδα προσπάθεια, λοιπόν, να πάρω μια ανάσα από αυτή τη γρήγορη κρεατοφαγία, ζήτησα από την γκαρσόνα, μια στρουμπουλή κοπέλα γύρω στα τριάντα, μια σαλάτα, μπας και γλιστρήσει καλύτερα το κρέας.

Καθώς ακουμπούσε αυτή το λάχανο-καρότο στο τραπέζι, τη ρώτησα αν ήξερε τι είχε πάθει το δύσμοιρο σκυλί.

“Α, τον Κουτσό λέτε... Ε αυτός έχει ιστορία. Ήταν πέρσι το Πάσχα, που' χαμε ακόμη λοκντάουν. Το χωριό ήταν άδειο, δεν είχαν έρθει οι Αθηναίοι για τα εξοχικά, ήταν μονάχα ο Πέτρος ο Ζαβούλης που μένει εδώ, όλο τον καιρό. Αυτός έχει ένα κοτέτσι στο πίσω μέρος του σπιτιού. Μη φανταστείς, καμιά δεκαριά κότες, ίσα να έχει φρέσκα αυγά. Τα σκυλιά, που λες,είχαν πεινάσει, κλειστά βλέπεις τα μαγαζιά στη πλατεία. Ο Κουτσός, ένα σούρουπο την ώρα που μαζευόντουσαν οι κότες του Ζαβούλη, πήγε και άρπαξε μια από το λαιμό. Τη φχαριστηθηκε κατά πως φαίνεται και ήρθε μετά από δυο μέρες να φάει και μια δεύτερη. Τον περίμενε, όμως, ο Ζαβούλης με το όπλο και του ρίξε. Τον πήρανε στο πόδι τα σκάγια. Κρεμόταν μια βδομάδα το πόδι, μέχρι που το σκυλί το δάγκωσε μοναχό του το κομμάτι για να κλείσει η πληγή.”

Η γκαρσόνα μας άφησε να χωνέψουμε την ιστορία.

Τώρα ο Κουτσός είχε φανερωθεί για ληστής, και ο Ζαβούλης για αυτόν, που πήρε δίκαια εκδίκηση. Είχαμε διχαστεί. Τσούζαμε ροζέ κρασί και μαλώναμε μεταξύ μας, για το ποιος είχε το σωστό με το μέρος του. Το ζώο ή ο άνθρωπος.

Θα συνεχίζαμε την κουβέντα περί ποινών, όταν καταλάβαμε ότι στο διπλανό τραπέζι, ήρθε και κάθισε ο ίδιος ο Ζαβούλης. Η γκαρσόνα τον προσφώνησε με το επίθετο, και εμείς, σωπάσαμε σαν κάποιος να μας είχε βάλει το πιστόλι στο κρόταφο. Ένας άντρα περί τα πενήντα, με κοτσίδα, που κάθισε μόνος του και πήρε ένα μισόκιλο κοιτώντας την πλατεία και τα σκυλιά που τριγυρνούσε.

“Πόπη, βάλε δυο κιλά κοψίδια και ρίξτε στα σκυλιά”, τον ακούσαμε να λέει χαμηλόφωνα. Η γκαρσόνα υπάκουσε και σε ένα μισάωρο βγήκε έξω με μια λαδόκολλα και πήγε και τα ακούμπησε στο κέντρο της πλατείας. Τα σκυλιά πέσανε με τα μούτρα. Μέχρι και τα γατιά σπεύσανε. Μονάχα ο Κουτσός έμενε σε μια γωνιά να κοιτάει. Δεν πλησίαζε και ας τον είχε πάρει από τη μύτη οι μυρωδιές. Καθόταν με τα τρία πόδια του σα μυθικό τέρας και μας κοιτούσε. Όταν όλα τα ζωντανά είχανε κάτι να μασουλάν και να παιδεύουν, ο Ζαβούλης σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του Κουτσού. Θα του πε κάτι που εμείς δεν ακούσαμε. Ομως, το σκυλί δεν καταδέχτηκε να τον πλησιάσει. Στου Κουτσού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα.

Ο Ζαβούλης γύρισε και έκατσε στο τραπέζι αμίλητος. Ίσως και στεναχωρημένος. Ασυγχώρητος από το σκυλί που του κρατούσε γινάτι, κάθισε να τελειώσει το μισόκιλο. Η γκαρσόνα του έφερε το λογαριασμό.

Το σκυλί είχε φάει το ποδάρι του. Τον Ζαβούλη τον τρώγανε οι τύψεις.

Πληρώσαμε και φύγαμε. Στο γυρισμό, πάνω στη μηχανή, μας θέριζε ο αέρας. Καθένας πλήρωνε το πρόστιμο που του αναλογούσε, σκέφτηκα. Άλλος τον φόβο, και άλλος τις τύψεις. Η συγχώρεση του πλησίου και του εαυτού περνούσε από το γλείψιμο των πληγών, και ενίοτε και ολίγων κοψιδιών.