Στον Κόσμο της
Μπιλιέτο Ν_17
Ντόμινο
« Αρτεύεστε; Να φέρω ψάρι; » μας ρωτάει το παιδί στο καφενείο δίπλα στη θάλασσα και χωρίς να τ'απαντήσουμε, ο σβέλτος νεαρός, ολοκληρώνει τη σκέψη του δυνατά. “Που, δηλαδή, καλύτερα να αρτεύεστε, να φάτε να σας κρατήσει λίγο το τσιτσί από τη θάλασσα, γιατί με το ψωμί, δεν θα σας χορτάσω, έτσι που το χουν ακριβύνει.” Μέχρι να καταλάβουμε την σενιάν πολιτική ανάλυση που μας σερβίρει το παιδί, είναι δεν είναι τριάντα χρονών, ψηλός, στεγνός, να τρέχει σα πύραυλος μέσα έξω στο μαγαζί, η παλαμίδα προσγειώνεται στο κέντρο του τραπεζιού, με δυο πιρουνάκια και έχει αγκαζέ της δυο φέτες ψωμί. Κοιταζόμαστε με τον συνδαιτυμόνα μου. “Μην τη κοιτάτε καλέ, συνεχίζει, ο σερβιτόρος μας. “Φάτε την και το ψωμάκι πάρτε το σπίτι, έρχεται πείνα καλή μου κυρία”, και ο πύραυλος γεμίζει άτσαλα τα ποτηράκια, χωρίς να μας κοιτάει, χωρίς καν να φοράει μάσκα— ποιος θα τον γράψει εδώ στο τέλος του κόσμου, δίπλα στη θάλασσα, πάνω στο κύμα; Στο κάτω κάτω, ο κορωνοϊός είχε τελειώσει εδώ και μια βδομάδα. Και έχει ξεκινήσει ο πόλεμος. Όπως τις νύχτες με τον ψηλό πυρετό, βλέπαμε τον ένα εφιάλτη μετά τον άλλο, σαν σήριαλ.
Πετάγομαι ιδρωμένη από το κρεβάτι.
Βγαίνω να περπατήσω και αντί να κατέβω στη παραλία, κόβω μέσα από το πάρκο του αγίου Κωνσταντίνου, αφήνω τη φασαρία, τα μηχανάκια, τους εκσκαφείς που ανοίγουν τα σωθικά των δρόμων για να περάσουν σωλήνες. Στο πάρκο μπροστά στη θάλασσα εκείνη την ώρα δεν έχει κόσμο. Ελάχιστοι βγάζουν τα σκυλιά τους βόλτα που τρέχουν και χέζουν ενίοτε πάνω στο καχεκτικό γκαζόν, κάποιοι αργόσχολοι κάθονται στα παγκάκια, φοιτητές αράζουν στις πεζούλες με καφέ και τσιγάρο. Εκεί πίσω, κάτω από ένα φουκαριάρικο κυπαρίσσι που δεν βρίσκει χώμα να πάρει τα πάνω του και να κοιτάξει ψηλά, ξεχωρίζω ένα μπουλούκι από άντρες που κάθονται κάτω από το δέντρο, πάνω σε κασόνια από μπύρες και στη μέση, γύρω από ένα κουτί στο οποίο έχουν στεριώσει ένα καπλαμά, έχουν αραδιασμένο ένα επιτραπέζιο παιχνίδι. Γυρτοί και αφοσιωμένοι, κρατούν τα πούλια τους κρυμμένα από τους συμπαίχτες τους, όμως λίγο τους νοιάζει που ο υπόλοιπος κόσμος τους βλέπει. Πλησιάζω.
-Τι παιχνίδι παίζετε εδώ; ρωτάω και ακούγομαι σαν τον υπαστυνόμο Μπέκα.
-Ντόμινο, μου λέει ένας από αυτούς με προφορά και χτυπάει το τουβλάκι του πάνω στον καπλαμά. Είναι γύρω στα 50, ξανθός με κόκκινα μάγουλα και γαλανά μάτια.
-Κάτσε να δεις, άμα θελήσεις, συνεχίζει ευγενικά.
Στο κέντρο η τάβλα έχει χάσει το άσπρο χρώμα της, απόδειξη της έντασης με την οποία χτυπούν τα πούλια οι παίκτες πάνω της. Τι έχουν να κερδίσουν, αναρωτιέμαι, και κάθονται και παίζουν κοτζάμ μαντράχαλοι;
Πλησιάζω και άλλο, και κάθομαι όρθια από πάνω τους, σα κούτσουρο.
“Δεν είναι ντίσκολο. Να δες. Πρέπει να ξεφορτωθείς τα πούλια σου όσο πιο γλήγορα γίνεται, ανάλογα με το τι θα παίζει ο άλλος”, μου λέει ο ίδιος κύριος. Σκύβω πάνω από τα τουβλάκια που μπαίνουν το ένα πίσω από το άλλο σαν την ουρά ενός φιδιού που όλο και μεγαλώνει. Μετράω τα νούμερα, και πριν προλάβω να κάνω την πρόσθεση, ο άντρας που κάθεται απέναντι μου κατεβάζει όλα του τα πούλια και κερδίζει την παρτίδα. Κανείς δεν σηκώνει κεφάλι. Ανακατεύουν τα τουβλάκια και τα ξαναμοιράζουν στο πι και φι. Καινούργια παρτίδα.
“Ο Εσάντ έχει ρέντα σήμερα, λέει με παράπονο ο ευγενικός κύριος. Δεν έχει αφήσει πατρίδα.
“Πα-ρτιδα”, διορθώνει γρηγορα. “Γιατί πατρίδα, έχουμε αφήσει όλοι.”
Τότε λένε κάτι σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω.
“Αλβανικά είναι, κυρία,” μου εξηγεί ο άντρας με τα γαλάζια μάτια. “ Αλβανοί είμαστε. Ήρθαμε το 92. Εγώ Ντιμίτρι από το Δυρράχιο, ο Γιάννης από τους Άγιους Σαράντα. Ο Εσάντ και ο Μπουτζάρ από το Αργυρόκαστρο” μου εξηγεί και μου δείχνει έναν έναν τους ιππότες γύρω από τον καπλαμά. “Τότε που φύγαμε και ήρθαμε με τα πόδια. Που αρχίσαμε να περπατάμε.”
“Και ήρθατε στο Βόλο, τότε;” Θέλω να ελαφρύνω τη κουβέντα, θέλω, γιατί τους θυμάμαι να περπατάνε, τότε που ήμουν μικρή στο χωριό, να περνάνε μπροστά από τη τζαμαρία του σπιτιού μας.
“Ήρθαμε εδώ και μείναμε,” λέει κάποιος από τους τέσσερις, αλλά δεν ξεχωρίζω ποιος, γιατί όλοι τους είναι σκυμμένοι πάνω από τον καπλαμά. Έχουν δυο τρία πούλια ο καθένας. Είναι στο τέλος της και αυτή η παρτίδα και εγώ ακόμη κάνω προσθέσεις...
“Χραπ! Βγήκα...”, πανηγυρίζει ο Ντιμίτρι και σηκώνεται επιτέλους από το κασόνι του.
“Κατάλαβες κυρία; Ερχόμαστε εδώ, όποτε έχει καλό καιρό και ντεν έχουμε ντουλιά, και καθόμαστε να παίζουμε ντόμινο. Και μόλις τελειώνουμε, ξανά πάλι ξεκινάμε. Όσο πάει. Κάπου να κερδίζεις, δηλαδή, γιατί παντού να χάνεις δεν γκίνεται.”
Τα υπόλοιπα τα λέει στα αλβανικά και γελάνε όλοι μαζί, συνωμοτικά. Καταφανώς, το κλίμα δεν με σηκώνει πια. Ως κούτσουρο, που βγάζει ποδάρια, χαιρετώ και απομακρύνομαι. Περπατώντας δίπλα στη θάλασσα πια, σκέφτομαι πως μια ήττα σέρνει πάντα μαζί της την ανεκπλήρωτη αδερφή της, τη νίκη, που αν και κουτσή ή χωρίς καν πόδια εκείνη τη στιγμή, σε βάζει να περπατάς και να τη ψάχνεις. Εφέ ντόμινο, ονομάζεται αυτό. Κοίτα να δεις.