N_15: Μπον φιλέ

Στον Κόσμο της

Μπιλιέτο Ν_15

Μπον φιλέ

Δεύτερος Χειμώνας κορονοϊού και κάναμε το σταυρό μας που ακόμη δεν είχαμε κλείσει, ενώ τα κρούσματα είχαν φτάσει στο Θεό και τα μέτρα κατά της εξάπλωσης του ιού, μισούς τους στέλναν στον παράδεισο, τους άλλους στη κόλαση και μια ενδιάμεση κατηγορία την έβγαζε όρθια στο καθαρτήριο.

“Κλείσε ραντεβού” ήταν το σύνθημα του φετινού Νοέμβρη. Στο δρόμο της μικρής μας πόλης, τα αστικά λεωφορεία δεν είχαν κολλημένες πλέον αφίσες για ενοικιάσεις αυτοκίνητων, παρόχους κινητής τηλεφωνίας και μεθόδους αποτρίχωσης. Αντί αυτού πηγαινοερχόντουσαν διαφημίζοντας PCR και Rapid test. Καντίνες στήνονταν στην Αθηνών και αντί για βρώμικα σουβλάκια προσέφεραν γρήγορα διαπιστευτήρια μη νόσησης μέσα από το αυτοκίνητο, ενώ σε πλατείες και πανεπιστήμια περιμέναμε υπομονετικά για να μας χώσουν το μικρό ξυλάκι στη μύτη και να δακρύσουμε. Τις Κυριακές το βράδυ, πριν ξεκινήσει η βδομάδα, έξω από εφημερεύοντα φαρμακεία άλλες μεγάλες ουρές περίμεναν τη μεταλαβιά τους, το αρνητικό διαβατήριο προς τον παράδεισο. Εμβολιασμένοι και ανεμβολίαστοι ήμασταν τώρα πια καλεσμένοι στο ίδιο μυστικό δείπνο και έπρεπε ο καθένας να φέρει από κάτι. Άλλος πιστοποιητικό εμβολιασμού και άλλος τεστ αρνητικό.

Προχτές, όμως, έτυχε να ανακαλύψω στο βάθος μιας τσάντας ξεχασμένη την άδεια μετακίνησης που συμπλήρωνα για να βγω έξω και θυμήθηκα τον περσινό χειμώνα. Ξελαφρωμένη, που δεν θα τη χρειαζόμουν για να κάνω τα ψώνια μου, βγήκα στο δρόμο. Στο γωνιακό κρεοπωλείο της Πολυμέρη μπήκα φορώντας μάσκα, δείχνοντας ταυτότητα και πιστοποιητικό. Περίμενα σε απόσταση ασφαλείας από την προπορευόμενη πελάτισσα.

“Εμβολιάστηκες Βαγγελίτσα;” ρώτησε ο ψηλός κρεοπώλης την ξανθιά κυρία περί τα πενήντα που βρισκόταν μπροστά μου.

“Σου κόβω ποντίκι, πολύ καλό” συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντηση.

“Όχι δεν το κάνα μωρέ Μανώλη” του απάντησε αυτή και εγώ τεντώθηκα να ακούσω παραπάνω. “Φοβόμουν μη πάθω καμιά περικαρδίτιδα, είμαι και μόνη μου”, του εξήγησε συγκρατημένα.

“Δεν πειράζει, την παρηγόρησε ο χασάπης, κόβοντας μεθοδικά το ποντίκι. “Όπως το κατανοεί ο καθένας το θέμα. Τώρα θα πάρεις το χάπι, έφτασε, τι είναι μέχρι το Γενάρη, υπομονή” συμπλήρωσε με τη σιγουριά επιδημιολόγου ο χασάπης.

Ήρθε και η σειρά μου, ζήτησα συκώτι και μπον φιλέ. “Όπως το κάνουν στη Γαλλία” διευκρίνισα τρομάρα μου.

“Συκώτι να σε βάλω μια μερίδα για δυο; έχεις παιδιά;” με ρώτησε χωρίς να ντραπεί καθώς έβγαζε το γλιστερό κρέας από τη βιτρίνα.

“Όχι, παιδιά δεν έχω” του απάντησα εγώ μονολεκτικά. Δεν ήθελα να μπλέξω σε φεμινιστικές διαμάχες με το χασάπη.

“Και συ σαν τη Βαγγελίτσα; Την είδες αυτή που έφυγε; Αυτή ήταν από τις πιο ωραίες γυναίκες του Βόλου μια εποχή. Περνούσε και γυρνούσαν κεφάλια. Ο πατέρας της ξυλέμπορας, ο Σκάντζας με το όνομα, την είχε και την περπάταγε τις Κυριακές στη παραλία για καμάρι. Χαράς Ευαγγέλιον λέγαμε, συνωμοτικά για να μην μας καταλάβει, κάτι μπακούρια που μασταν μαζεμένα και την λιμπιζόμασταν καθώς περπατούσε με τον μπάρμπα της.

Ο χασάπης βγήκε από την ανάμνηση και κατέβασε δυο θηλιές χοιρινό λουκάνικο με πράσο από τα τσιγκέλια. “Θα σε βάλω και από αυτά να δοκιμάσεις, δεν έχεις φάει τέτοια πράματα στη Γαλλία”, μου είπε και δεν μπόρεσα να πω όχι. Τα τύλιξε στο χαρτί και τα ζύγισε. Και εκεί πάνω στο ζύγι, ξαναήρθε η Βαγγελίτσα μπροστά του.

“Τι ομορφιά όμως χαμένη, τι τα θες! Την είδες; Μοναχή της και φοβιτσιάρα, και αυτό γιατί ο ξυλέμπορας ήθελε να της δώσει επιστήμονα, κανά γιατρό ή δικηγόρο να καλοπαντρευτεί, έλεγε. Και η Βαγγελίτσα ήθελε τον Τάκη τον Σανίδα, τον μαραγκό από την Αγριά. Ανένδοτος ο μπάρμπας της. Η Βαγγελίτσα δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν από τη στεναχώρια της είχε μείνει μισή. Ερχόταν η μάνα της και έπαιρνε συκώτι κάθε τρεις και λίγο μπας και τη στυλώσει. Ο Σανίδας βρήκε μια από το χωριό και την παντρεύτηκε και έκανε και τέσσερα παιδιά, η γυναίκα του έρχεται και ψωνίζει από μένα, αλλά η Βαγγελίτσα μοναχή της.

Ο χασάπης έμεινε να κοιτάει τα λουκάνικα για λίγο. Σαν διάβαζε τη μοίρα των ανθρώπων πάνω στα έντερα. Τα κοιτούσα και εγώ, αλλά δεν έβλεπα τίποτα.

“Και εδώ μέσα στο μαγαζί μου πριν από δυο βδομάδες, συναντήθηκε, που λες, η Βαγγελίτσα με τον Σανίδα. Μάσκες ο ένας, μάσκα κι η αυτή. Αλλά αμέσως καταλάβανε ο ένας τον άλλον. Μείνανε να κοιτιούνται, κάτω από τα τσιγκέλια που χα ένα μοσχάρι κρεμασμένο να στραγγίξει. Τους άφησα και μπήκα στο ψυγείο τάχα να βρω ένα κομμάτι. Έκατσα όσο μπόρεσα, κόντεψα να πλευριτωθώ εκεί μέσα. Δεν ξέρω τι είπανε. Γύρισε και έφυγε ο Σανίδας, ούτε κρέας πήρε, ούτε τίποτα. Η Βαγγελίτσα πήρε λίγο μπον φιλέ σαν το δικό σου και έφυγε και αυτή, χωρίς πολλά πολλά. Τι τα θες έτσι είναι οι μεγάλοι έρωτες. Δεν τους ζεις και μετά τους θυμάσαι για πάντα.

Και με αυτά και με αυτά ο χασάπης μου δωσε την απόδειξη για το συκώτι και τα λουκάνικα και με άφησε να φύγω. Βγαίνοντας στη Πολυμερή μέρα μεσημέρι γεμάτη αυτοκίνητα πάνω κάτω, κόσμος με μάσκες παντού, ξανασκέφτηκα πως πέρσι τέτοιο καιρό ακουγόταν πουλάκια να κελαηδάνε σε αυτό το δρόμο, τόσο άδειος ήταν.

Όπως η Βαγγελίτσα με τον Σανίδα, η ανάμνηση είναι πάντα το μπον φιλέ ενός μεγάλου έρωτα. Κρατάει μόνο το ψαχνό, τα άλλα τα πετάει, γιατί δεν μπόρεσε ποτέ να τα μασήξει, να τα ζήσει, να τα καταλάβει.

Έτσι και με το δεύτερο αυτό χειμώνα του κορονοϊού: στο τρυφερό μπον φιλέ της ανάμνησης του περσινού χειμώνα δεν μπορούσαμε να μασήξουμε, μήτε να καταλάβουμε ότι η κόλαση δεν είναι οι άλλοι και ο παράδεισος δεν είναι κάπου μακρυά. Ο εύθραυστος έρωτας του εδώ και τώρα.