N_18: Καύσωνας με τη γιαγιά

Εν μέσω θέρους, Ιούλιο μήνα, πάντα κάτι καλό γινόταν, όλα μου ερχόταν βολικά, παρόλη τη ζέστη και την κάψα. Ο Ιούλιος για μένα τα έλιωνε όλα και ξεκινούσα από την αρχή. Έκανα τα καλυτέρα μπάνια, ήμουν πιο όμορφη, ερωτευόμουν, ταξίδευα.  Το εξηγούσα βέβαια, πως ήμουν βαφτισμένη Ιούλιο μήνα, ανήμερα της Αγίας Μαρίνας και πως μέσα στη ζέστη των κεριών ο παπά-Γιώργης, η αλλιώς παπα-Τσαβαλέρας, ο εκ του Τσαβαλέρι ορμώμενος (ελληνιστί Κοιλάδι) με είχε βουτήξει στα λαδωμένα νερά της κολυμβήθρας εκ της οποίας πιο λαμπερή. Φέτος βέβαια, μετά από δυο χρόνια πανδημίας, κάνε τεστ, βάλε-βγάλε μάσκα, δώστου εμβόλιο, να και ο πόλεμος, σκέψου τον πληθωρισμό, μην ανοίγεις το κλιματιστικό, ούτε το ψυγείο, μην πάρεις το αμάξι, ούτε βέβαια το πλοίο, σε τι κόσμο φέρνουμε παιδιά, ο Ιούλιος με είχε καταρρακώσει. Είχα μείνει στη κάψα της πόλης, πίσω από παραθυρόφυλλα και ρολά κατεβασμένα, είχαμε εγκαταστήσει και έναν ανεμιστήρα οροφής και έβγαινα νωρίς το πρωί να κάνω ψώνια και δουλειές.

Στη λαϊκή της Παρασκευής, Ιούλιο μήνα, ήμασταν μετρημένοι οι τολμηροί που σέρναμε καρότσια. Κυρίως γυναίκες.

Προχτές που έφτασα μετά τις 10 πρωί αναθεμάτιζα ήδη τη ζέστα και την υγρασία. «Έλα έλα πάρε πάρε πεπόνι μέλι, φέρε μου να σου πω αν είναι πιο γλυκό από εσένα», φώναζε ο παραγωγός από το Διμήνι. «Είναι ζάχαρη, είναι μέλι, τα λεμονάτα του Βαγγέλη», ανταπαντούσε ο παραδίπλα πάγκος από τα κάτω Λεχώνια. Τους αφήνω πίσω μου και τρέχω να βρω τη δική μου μανάβισσα από τις Σταγιάτες, που της αγοράζω γιατί περισσότερο τη λυπάμαι και τη θαυμάζω ταυτόχρονα, μεγάλη γυναίκα με τα χέρια της ροζιασμένα και σκασμένα από τα νερά και τα χώματα, αλλά κοτσονάτη να δουλεύει ακόμη, ίσως γιατί τα λεφτά δεν φτάνουν, αλλά μάλλον και κυριότερο γιατί αυτή δεν ξέρει τι σημαίνει να κάθεσαι.  Βαμμένα κατράμι τα μαλλιά της, κομμένα κοντά, τα μάτια της κάρβουνα μικρά, της λείπει η κάτω μασέλα, με το που με βλέπει μου προτείνει μια πλαστική μπλε σακούλα

-       Έλα θυγατέρ μου, τι να σε βάλω; Έχει κατεβασμένη στο μυτερό της πηγούνι, μια χιλιοφορεμένη χειρουργική μάσκα.

-       Ντομάτες θέλω, να βάλω εγώ;

-       Ναι, διαλεξ κόρη μ΄. πάρε τις αγοροπες να σε κρατήσουν λίγο, δεν πιστεύω να τις βάζει στο ψυγείο, θέλει έξω η ντομάτα να γλυκάνει και μου προτείνει τη σακούλα ανοιγμένη.

-       Μη με δίνετε σακούλα, έχω δικιά μου, της ανταπαντάω. Περήφανη για την οικολογική μου συνείδηση, βγάζω μια πάνινη, από αυτές που μας δίνουν στα συνέδρια που πηγαίνω με το πανεπιστήμιο. International Conference μισοδιαβάζω πάνω στο χιλιοπλυμμένο τσαντί και αρχίζω να χώνω μια μια τις ντομάτες.

-       Αμ, είσαι εσύ καλή, που τις βάζεις έτσι στο πανί. Πιο καλά, ούτε πλαστικό, και να σε κρατάνε πιο πολύ.

Διαλέγω σιωπηλά τις ντομάτες μου, άλλες ώριμες για σαλάτα, άλλες πιο αγουρωπές για τη βδομάδα, κάποιες πιο μεγάλες για γεμιστά. Η μανάβισσα βγάζει μια βεντάλια, στο μεταξύ, και κάνει αέρα, πέρα δώθε, γκρινιάζοντας.

-Μου το λέγε η συγχωρεμένη η μάνα μου, το καλοκαίρι δεν είναι ωραίο, δεν της άρεσε. Εγώ τότε, παιδούλα, φτερά στα πόδια, έξω όλη μέρα, δεν την καταλάβαινα. Τώρα, όμως, και εγώ το καλοκαίρι το ξαγάπησα, όπως και εκείνη.

Σταματάω να διαλέγω ντομάτες και την κοιτάω. Πως γίνεται και μου θυμίζει τη δική μου γιαγιά; Τα χέρια της, ο τρόπος που σπάει τα φασολάκια, για να τα δείξει στην πελάτισσα που έχει έρθει από δίπλα μου και διαλέγει και αυτή με τη σειρά της.

Και εκεί μπροστά μου η γιαγιά μου να καθαρίζει φασολάκια μέσα στη κουζίνα, έξω έχει ήλιο και ζέστη, παίζουμε με την αδερφή μου στην αυλή, ανακατεύοντας το χώμα, ανοίγουμε το λάστιχο και το νερό πιτσιλάει παντού, το καμένο από τη ζέστη χορτάρι μυρίζει δροσιά. Φοράμε τα ιδία κοντά παντελονάκια, τα μαλλιά μας είναι και των δυο καρέ κοντό, η γιαγιά τσιγαρίζει κρεμμύδι και σκόρδο, μυρίζει η αυλή.

-Τέσσερα και πενήντα, να τα αφήσω; Μου λέει η μανάβισσα ζυγίζοντας τις ντομάτες, που μου τις έχει πάρει από τα χέρια, αφού εγώ έχω βυθιστεί στην ονειροπόληση μου και στέκω σα κούτσουρο.

Πω πω ακρίβεια, τραντάζομαι. Πότε πήγαν 2 ευρώ οι ντομάτες;

Παρόλα αυτά της λέω που θα τις πάρω.

Σαν να με καταλαβαίνει, με βλέπει που δαγκώνομαι με την τιμή, μου χώνει και δυο αγγουράκια μαζί.

-Αυτά από μένα δώρο, μου λέει, να με θυμάσαι και να μου ξανάρθεις.

Και χωρίς να το περιμένω, εκεί που μετράω τα ευρώ και σιχτηρίζω την ακρίβεια, η μορφή της καλής μου γιαγιάς ξανάρχεται μπροστά μου και μου δίνει το καλό της το κολιέ, που το φορούσε μονάχα τις Κυριακές στην εκκλησία, απλώνει το χέρι της και μου το φοράει στο λαιμό,.

«Αυτό από μένα να με θυμάσαι, το είχα αγοράσει νιόπαντρη» και μου κρεμάει ένα μεγάλο αστέρι της Βεργίνας στο λαιμό με χρυσή αλυσίδα.

«Να με θυμάσαι», μου ξαναλέει, και εγώ κάνω να την αγκαλιάσω και μυρίζω τα ρούχα της, ιδρώτας και φαγητήλα. Τα αγγουράκια γίνανε κολιέ και εγώ ξανά παιδί.

Η γιαγιά μου εξαφανίζεται, εγώ μένω με τα ζαρζαβάτια στο χέρι.

«Όταν αρχίζεις πια να μην σ ’αρέσει το καλοκαίρι είναι που έχεις μεγαλώσει» μονολογεί η μανάβισσα καθώς σκύβω στο καρότσι να βολέψω τις σακούλες μου.

Χαιρετώ και σέρνω το καλάθι μου. Ακούω καθαρά τον ήχο από τις ρόδες του.

Όμως, εγώ νιώθω ότι περπατάω πια πλάι πλάι με τη γιαγιά μου. Νιώθω απροσδόκητα πιο νέα. Κάπως αντέχω περισσότερα τη ζέστη και την κάψα αυτού του Ιουλίου. Όπως τότε.